|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Ο
- ΧΚ20112004
Συνήθιζα να ερωτεύομαι υπόκωφες λέξεις μιας εσώτερης προβολής της ειρωνείας στην αρμονία, πριν ακριβώς το ξέσπασμα της άνοιξης, που φτερούγιζε σαν νεογνό πουλί στο μέσο μιας παράξενης συμφωνίας των ουρανών και της αγέλης των ρομαντικών σκιών που βρεχόταν σε ευλογημένες πηγές ατίθασα και στοχαστικά
Ρουφούσα τον αέρα αδηφάγα και σπαταλούσα την τελευταία μου ανάσα τραβώντας κουπί ταξιδευτής σε βάρκα χάρτινη, φουσκωμένη με όνειρα και ορέξεις ακόρεστες δια μέσω χαρμόσυνων ταλαντεύσεων και ανέκφραστων σπονδών προς τον Θεό που μου χάρισε … το ταξίδι
Γεμάτος ψευδαισθήσεις, με όχι ψεύτικες αισθήσεις μα υποσχέσεις για ένα θησαυρό άφαντο από των ματιών την άκρη, ρουθούνιζα σαν το ζώο που πεινασμένο αναζητά τροφή και όταν βρει το θήραμα … πρώτα το φοβίζει
Ακόνιζα τη σκέψη μου βουτώντας σε ασυμμετρίες και παροξυσμούς ενός λαβύρινθου που ανακάλυψα εκείνη τη μέρα που η δική μου Αριάδνη διάλεξε να εμφανιστεί μέσα σε μια γλυκιά πλάνη για να με προσκαλέσει να τον εξερευνήσω
Με χρώματα κι αρώματα του αναγκαστικού ύπνου μου βάφτισα την ελπίδα, εικόνες ζωγράφισα και έζησα με τη φαντασία, με όνειρα τη διάνθισα και μορφές και ποιήματα στοιχειοθέτησα την αρχή μου ... μα δεν ήξερα αυτό που προδίκαζα ήδη μέσα από τις ρύμες μου ... στο τέλος μου ... πως θα ‘ναι η αρχή μου...
.................
Παρεμβάλλονται οι στιγμές σαν δάκρυα στις κόρες των ματιών μου, όπου η ομίχλη απλώθηκε πυκνή ώσπου δεν έβλεπα που να πατήσω, κι άλλες φορές νόμιζα ότι κολυμπούσα στη θάλασσα, ένιωθα κοντά στην ακτή, αλλά δεν κατάφερνα να τη φτάσω μα κανείς δεν μ' έβλεπε και το ρεύμα με παρέσερνε μακριά. Υπήρξαν στιγμές που έκανα αποσπασματικές σκέψεις, βέβαιος ότι συνερχόμουν από βαθύ ύπνο, αλλά δεν μπορούσα να κουνηθώ κι ένιωθα το κεφάλι μου θολό, σαν να 'χα ξυπνήσει έπειτα από υπερβολικό πιοτό ή να χα πέσει πάνω σε τοίχο. Υπήρξαν κι άλλες στιγμές που μέσα από ένα παράθυρο περνούσε μια δέσμη φωτός, άνοιξη ολόγυρα άστραφτε στον αέρα και μέσα στους κάμπους αναγάλλιαζε κι εγώ έτρεχα σαν παιδί που το ξαμόλησαν στο ύπαιθρο σαν για να το ξεφορτωθούν ή για να το εγκαταλείψουν ... κι άγγιξα τους γκρεμούς και βούτηξα από τα ύψη ...
Τα φαντάσματα περνούσαν ολόγυρα, με άγγιζαν, κι έπειτα διαλύονταν αδιαφανή ωσάν την αμόλυντη αδελφή μου, την πίστη , όπου σχεδόν αθόρυβα, ξυπόλητη στην γκρίζα πόλη, κρεμιέται ξεφτισμένη σαν χαλί απ' τις προσόψεις, στολισμένη με χρυσάνθεμα ... σαν το τσίμπημα της βελόνας εμβολιασμένης το θανατηφόρο υγρό ... η θεραπεία δια του έρωτος
«Πολύ πνευματώδες, και αυτό είναι καλός οιωνός. Ξαπλώστε ξανά, ελάτε να σας βοηθήσω. Μου λέτε τι κάνατε μόλις τώρα;»
«Σήμερα το πρωί, χθες, πριν από δέκα χρόνια, είδα μια απαίσια φάτσα στον καθρέφτη»
«Αυτό είναι το λιγότερο, έπειτα από αυτό που έπαθες»
Ακολουθούν στιγμές μετατραυματικού σοκ που μοιάζουν με χιλιάδες βολτ να διαπερνούν το πετσί μου...δεν ξέρω ... δεν θυμάμαι ... δεν βλέπω ...
.................
Μυστικό κήρυγμα στο θρόνο του επιτάφιου θρήνου, τα δεσμά μου έσπασα μες το λαβύρινθο, εγώ που ταξίδεψα στο Παρίσι που ποτέ δεν έφτασα, εγώ ο ίδιος ο δραπέτης του Μαρανέλο που κυλίστηκα στη λάσπη και τη βροχή και ύμνησα και ύβρισα το Θεό που με διάλεξε για τούτο το μαρτύριο... εγώ ο ίδιος που είδα αυτά που είδα μέσα από μια φυλακή τώρα εγκατέλειψα ο ίδιος το κελί μου ...
Χαϊδεύω τα παιδιά και νοιώθω τη μυρωδιά τους, μην μπορώντας να την προσδιορίσω, εκτός του ότι είναι πολύ τρυφερή. Μου έρχεται μόνο στο νου το ότι υπάρχουν αρώματα δροσερά σαν τις σάρκες των παιδιών
Όμως, το κεφάλι μου δεν είναι αδειανό, μέσα του στριφογυρίζουν αναμνήσεις που δεν είναι δικές του
Ο κύρης του μ’ εξόρισε στα μισά του δρόμου ...
«Κι αυτό μου ακούγεται σαν
φτιαχτή φράση» |
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |