Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

Ο - ΧΚ20112004

Κιτς
- ΧΚ01022005

 

 

 

Με την αρωγή της αρετής στα χέρια ενός λευκού και αθώου περιστεριού

Γεμάτος ιριδίζοντα χρώματα και εικόνες μιας εκ βαθέων διύλισης του υποκειμένου

Αγνάντεψα σε χρόνους δανεικούς σημαίες, φρούρια και κορμιά που πάλευαν να κατακτήσουν και να κατακτηθούν

Χόρτασα από τροφές ασήμαντες και ζοφερές για μια πατρίδα χωρίς νέφη και ουρανό

Ευλογημένο νερό βάφτισε τις ώρες στο λιμάνι των ευχών που πετούσα χαρταετό τις Κυριακές

Παρέα με πουλιά χιλιοταξιδεμένα πέταξα προς μια πορεία αλόγιστη, συλλογιζόμενη μόνο τα μέτρα και τις ροπές...σαν ταξίδι στις νότες

Όση γνώση κι αν σκορπίζεται στις παράκτιες ακτές δεν αφομοιώνεται μονομιάς παρά συλλέγεται σταλιά σταλιά

 

Χαλεποί οι καιροί και οι φίλοι μεγάλωσαν και έφυγαν σε άλλες γειτονιές

Κατοικούν σε σπίτια ψηλά, διώροφα γεμάτα δωμάτια αδειανά και τοίχους μωβ

Σαν τα όνειρα που εγκλωβίστηκαν τελικά στην ψυχή αφού ποτέ δεν ένοιωσαν τη γεύση του να τα ξεθυμάνεις...απωθημένα τα είπαν

Φυλακίστηκαν, και μέσα σε αυτές τις ντουλάπες με τα βαριά έπιπλα ... άρχισαν να σαπίζουν

Άλλαξαν οι νύχτες και φόρεσαν παλτά για να σκεπάσουν το κρύο της αδημονίας αλλά και της απελπισίας

Αν τίποτα δεν έχει νόημα τότε αφήστε τις καμπάνες να ηχήσουν πένθιμα για απόψε

Μα σαν τελειώσει το μοιρολόγι κατεβείτε ξανά στην πλατεία

Προτάξτε τα στήθη στον αέρα και με μάτια υγρά τραγουδήστε όλοι μαζί για κάποιες κουρτίνες από μετάξι που δεν καήκανε

Ποιος τρελός θα ακολουθήσει αυτή την ξέφρενη γιορτή;

 

Πήρα στα χέρια μου δυο φράουλες και δάγκωσα τη μία με λαιμαργία

Από μικρός ξεχώριζα τις γεύσεις σε αυτές που μυρίζουν και σε αυτές που πίπτουν

Όλα καταλήγουν σε ένα σωλήνα και από κει αποβάλλονται

Όσο πιο πολύ αργείς να χωνέψεις τόσο πιο πολύ επιβαρύνεσαι

Μα όσο πιο γρήγορα γευτείς τόσο πιο πολύ θα πεινάσεις

Μερικά κύτταρα του εγκεφάλου μου είναι που ελέγχουν τις αισθήσεις

Υπόταξα την καρδιά και έτσι τώρα μπόρεσα να δω κάτω απ’ την εικόνα

Κάποιοι βλέπουν ό,τι κοιτάζουν....και σιωπούν

Κάποιοι κοιτάζουν και αντιλαμβάνονται πως βλέπουν ... και ριγούν

Κάποιοι βλέπουν όταν κοιτάζουν και αυτό που στέκεται αντίκρυ τους το λένε ... εγώ

 

Οι τοίχοι του σπιτιού μου είναι άδειοι

Κατέβασα τα κάδρα και ξήλωσα τις μνήμες

Με τα χέρια μου έφτιαξα ένα κάμπο από χρυσά στάχυα

Μέσα εκεί τρέχω ανάμεσα σε γελαστά παιδιά

Γυρίζω ολόγυρα, κύκλους κάνω και πουθενά δεν φτάνω

Μονάχα, εδώ καρφωμένος από το τρεχαλητό κουράζομαι

Τι μένει, τι περιμένω και τι χρειάζομαι δεν με μέλλει πια

Χωρίς φραγμό με της γενιάς μου την κατάρα να ζω πέρα από τη στενωπό

Να βασιλέψω σε άδεια κάστρα και πολιτείες ρηχές όσο και πνιγμένες στα χρέη

Αδιέξοδα μα ανέξοδα τελικά ... αντιλήφθηκα πως

Το να ανήκεις κάπου ... υστερεί από το να μάθεις την αλήθεια

Μια ζωή ... και ένας θάνατος αργός...

 

Ψάρι είμαι και στο βυθό λογίζομαι

Στον αφρό βγήκα

Αφρόψαρο με είδες και άπλωσες τα δίχτυα

Στο λαιμό σου στάθηκα

Δεν με κατάπωσες μόνο με έφτυσες

Κι έτσι σκώρο φαγωμένο ... γεμάτο λέπια και γλοιώδη υφή

Στη μήτρα ξαναγύρισα

Καλύτερα βαθιά στα παγωμένα νερά να περιδιαβαίνω... παρά τροφή και έπειτα σκατά... 

 


 

 

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic