Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

ΑΡΤΕΜΙΣΙΑ ΑΡΚΤΟΣ - Χ.Κ.28122003

Ακολουθώντας τη στάχτη που σκόρπισε ο αέρας
Αναπνέοντας τον ατμό του καμένου μέσα στις παραισθήσεις σίδερου
Γεμίζοντας ταυτόχρονα την παλέτα μου με κεραμίδια, ξερά φύλλα από ρόδα και ευχές από μια γη ξεχασμένη
Επαγρύπνησα
Ένοιωσα την ταπεινότητα της υπέρτασης καθώς με το ένα χέρι ακούμπησα το θολό τζάμι που γράφαμε μαζί παιδιά
Με συγκίνησε η Αρτεμισία άρκτος, γερασμένη στο σκουπισμένο από τις σκόνες σπιτάκι της ξαπλωμένη την βρήκα
Κουνούσε τα μάτια σαν βεντάλια
Θυμόταν ακόμη το άρωμα της βανίλιας και τα χρώματα που ζωγραφίζαμε στην βεράντα
Αν ερχόσουν εκείνο το δειλινό θα μπορούσες να δεις κι εσύ το ουράνιο τόξο να ανατέλλει μέσα στη βροχή
Περπατούσαμε έτσι πιασμένοι σφιχτά, ακουμπώντας στον ώμο ο ένας του άλλου
Ψηλαφώντας το όριο του μαρμάρου από την άμμο
Χτίζαμε το δικό μας κάστρο και με μόνη σημαία την ειρήνη στην ψυχή τινάζαμε το βλέμμα στον ήλιο
Με νόημα
Συμβολικά ο πατέρας καθρεφτίζεται στις ψυχές μας 
Ζητούσα τη φύση
Από μικρό παιδί κουραζόμουν στις αυλές των σπιτιών ανακατεύοντας χρώματα με τα πινέλα μου
Από μικρό παιδί έπλαθα ιστορίες για μεγάλα παιδιά και αναζητούσα τη στιγμή εκείνη τη μαγική,
 τη μοναδική μέσα στο χρόνο που όλα θα συγκλίνουν σε μια πορεία
Κι ο χρόνος κύλησε
Και σκότωσα τη φύση 
Χαμένα βασίλεια ζητάς τώρα όπως και τότε
Και η μουσική στο δωμάτιο είναι η ίδια όπως και τότε
Ο κύκλος δεν σε αφήνει να ξεφύγεις
Μιλάς για μαγεία κι όμως ζωντανεύεις τους δυνάστες σου
Ζητάς χάρη κι όμως εσύ είσαι που ζητάς τον ίδιο θάνατο 

Ακούστε
Όλοι εσείς οι επικριτές από μένα ζείτε 
Μεγάλη η κατάληψη του νου σου αφέντη
Νομίζεις πως αντέχουμε την σπορά το φθινόπωρο και τη ζέση το καλοκαίρι
 
Μα αν εσείς ανεκτίμητοι δεν μπορείτε να δείτε το χαρωπό πρόσωπό μου να κατακλύζετε από την ίδια μπόρα 
τότε ποια μοίρα φέρνει τη βροχή έξω στο σταυροδρόμι
 
Κάπως έτσι ένοιωσα τη φύση να έρχεται μέσα από τις θύελλες και την ευγένεια της ψυχής
Ψηλό αγόρι κρεμασμένο σε ένα δέντρο με την καρδιά στραμμένη στην ανατολή
Από όλες τις αρετές μόνο η παρορμητικότητα είναι διεισδυτική στο αίμα
Αδηφάγα μα συνάμα τοξοβολεί την αναμάρτητη ζαριά στο σύμπαν
Καθισμένος σε μια πολυθρόνα από μια γωνιά κοιτάζω τη φωτιά που σιγοκαίει
Αν με ακούς εκεί που βρίσκεσαι εκεί μείνε
Καθώς οι ώρες και τα λεπτά περνούν και οι νοσταλγοί του ταγκό αργοπόρησαν
Ο δικός μου χορός δεν χωράει στο ρόλο μου
Κι έτσι αποφασισμένος να ζυγώσω την παγωμένη ρόδα που γλιστράει 
σαν ξυράφι στο ροντέο της αγάπης έμαθα να αγαπώ
 
Ουρανέ της γαλήνης και του μύθου
Εσύ που λύγισες τη γη και το φεγγάρι γκρέμισες
Εσύ που ανάστησες τη ζωή και το θάνατο νίκησες
Μόνο εσύ μπορείς να κρίνεις την αυγή το καράβι που ναυάγησε στα ρηχά
Αν ξέρα το πέταξε
Ή αν μέρα το νύχτωσε
Κουράγιο να δίνεις σε με και  στους συντρόφους μου
Θα έρθουν κι άλλες θάλασσες να δεις
Σαν κύματα τις ακούω που πλησιάζουν το βορρά
Νυχτογάλαζα χρώματα γκρι και μπλε και σιελ και μπλε βάφουν την εικόνα που θέλω να βλέπω
Με μάτια ακονισμένα, κλείδωσα τη σκέψη και άνοιξα ξανά πανιά πλατιά
Δεν ξέρω για πού
Δεν ξέρω για πόσο
Αν ήξερα ίσως να φοβόμουν
Τώρα δα φοβάμαι ακόμα
Κι είναι αδυναμία το μόνο που ξέρω
Όμως θα πάω … 



 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic