|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
ΜΥΣΤΙΚΟ - Χ.Κ.12082003 Κι είχα να πω ένα λόγο … μα προτίμησα τη σιωπή Ήθελα να γυρίσω και να γνέψω στην ηλιαχτίδα να με ακολουθήσει … μα προτίμησα τη σιωπή Μπορούσα να μείνω εκεί και να μυρίζω τη δροσιά της ανοιξιάτικης νεροποντής, να αφήσω το μυαλό μου να ταξιδεύει ανέμελα σε άλλες εποχές πιο ξένοιαστες, πιο παιδικές … μα προτίμησα τη σιωπή
Αν ήξερα, αν φανταζόμουν κι αν μπορούσα να μιλήσω με τους μάγους θα τους ζητούσα να μου χάριζαν ένα αστέρι Θα το φρόντιζα σαν μικρό παιδί που αφήνεται στην αγκαλιά της μητέρας του Τα βράδια θα του διάβαζα παραμύθια για ήρωες ξεχασμένους σε κάστρα που ποτέ δεν έπεσαν, στην αρετή που ποτέ δεν λύγισε, στην υπερηφάνεια που ποτέ δεν αμαυρώθηκε Και σαν μεγάλωνε, σαν έφτανε η ώρα που καρτερούσα θα του μαρτύραγα το μυστικό
Ξέμεινα από καιρό στα χαμένα και μόνη ελπίδα στην άχαρη επανάληψη της αναπνοής είχα τη ματιά μου στα μάτια του, την ξεκομμένη από τα χείλη γεύση της ανάγκης για αγάπη, για αγάπη ενεργητική που δίνει και παίρνει από το δόσιμο, για αγάπη αληθινή που όμοια της μόνο η φαντασία μπορεί να τρέφει και να ανατρέχει στα λιβάδια τα καταπράσινα, εκεί στους παρθένους αγρούς με τις κατακόκκινες τουλίπες και τις αστείρευτες μυρωδιές όπου οι μέλισσες έστησαν τρελό πανηγύρι με τις πεταλούδες και ‘γω σε πρώτο-συνάντησα μέσα στο ολόλευκο φόρεμά σου, ανέμελη, σχεδόν παιδί, με τα μακριά σγουρά μαλλιά σου, το βελούδο του μεταξιού στο δέρμα σου, την απόλυτη ηδονή στο βλέμμα σου…
Πέρασε ένα ακόμα λεπτό …
Πέρασε ένα ακόμα λεπτό …
Ανυπόφορες στιγμές κατακλύζουν το χρόνο μου Αν υπάρχω πραγματικά, αν είμαι αυτό που αισθάνομαι κι αν είμαι αυτό που φαίνομαι Ακόμα κι αν είμαι αυτό που δεν καταλαβαίνω αλλά αναγκάζομαι να είμαι Ακόμα κι αν είμαι η ξεχασμένη παραδόπιστη εμπιστοσύνη στην τυφλή υποταγή της μοίρας μου Αν είμαι εγώ το πεπρωμένο μου Θα αναρωτηθώ … Πόσες στιγμές σκορπισμένες στο σκοτάδι τραγούδησα για μιαν ευχή πως ίσως έρθεις μια μέρα ξαφνικά όπως ξαφνικά θα χαθείς ένα απόγευμα Μαγιού στο σκοτάδι που σε τραγούδησα Κι ίσως τότε, τυφλός γυμνός σχεδόν τρελός να αναρωτηθώ… Πόσο ακόμα θα υποκρίνομαι πως προτιμούσα τη σιωπή απ’ τη βροχή, προτίμησα τη σιωπή απ’ την πάλη για μια άλλη ζωή … ζωγραφισμένη με τα πινέλα της αθωότητας … κλειδωμένα στα όνειρα της εφηβείας …
Νοιώθω μια βαριά αναπνοή Ένα σαρκοβόρο ζώο διψά για τη σάρκα μου Ενοχές και ένοχες τύψεις με δένουν με το άλγος της αναβλητικότητας Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να πετάξω μα τα χέρια μου ήταν φτερά Κούρεψα την οργή με το σπαθί που πρόδωσα στο αίμα σου κολασμένη φύση Έσφαξα αμέτρητες ουρές από τα πουλιά της νιότης μου Μάτωσα Κουράστηκα
Αναλογίσου γιατί να πρέπει να λυγίσω το ατσάλι ενώ δεν είμαι φωτιά …
Το μάτι μου ανοιγόκλεισε μπροστά στην παρέλαση των ανθέων Στη γειτονιά που με γέννησε δεν θα γυρίσω Το σπίτι μου γκρέμισα Κι όμως αν ζητούσα καταφύγιο ξανά, αν προσπαθούσα να γυρίσω στην εκκλησιά, εκεί που μου χάιδευαν τα μαλλιά στο κατευόδιο για την Χώρα των Θαμάτων, ίσως να αισθανόμουν ζωντανός παρά σβησμένος από τις μνήμες των ηλεκτρικών κυμάτων που με παρέσυραν στη δίνη του Ταγού κατακτητή Στις πολεμίστρες έσκισα τα ρούχα μου Τα στήθια μου άνοιξα στον αέρα Με πάντρεψε η λήθη με την Αλκμήνη στην Ιωλκό Στο γλέντι κόπιασαν μύριοι φίλοι, χάρτινες βαρκούλες με τραγουδούσαν στα πνιγμένα πέλαγα
Ήσουν όμορφη εκείνη τη μέρα Έλαμπες σαν ελάφι Χρυσή σκόνη ανασήκωνες στο πάτημα των ποδιών σου Κι ήταν θαρρείς μια ξεχωριστή ύλη χαρισμένη στην ύλη μου … το άγγιγμα των χειλιών σου Αυτά ήσαν τα μόνα καλά νέα που ψιθύρισα καθώς τα καρυδότσουφλα έσβηναν στα μοβ του δειλινού
Έχω μελαγχολήσει Τα δάκρυα σβήστηκαν στο πρόσωπό μου Προσπαθώ να βγάλω τον καθρέφτη από την τσέπη μου μα αυτός αντιστέκεται κάθε που τον κοιτάζω Δεν δείχνω πια Δεν φαίνομαι Αντανακλώ μόνο τη θλίψη Έχω ξοφλήσει
Όσοι με ξέρανε θα έλεγαν πως είμαι τρελός Πως ένα άλογο θα μπορούσε να με βαστάξει μέχρι να το σκάσω από την παραφροσύνη Κι αν μπορούσα να το ζέψω με τη δύναμη της πίστης μου στο αδύνατο Αν μπορούσα να το ποτίσω με χρώμα, ίσως να το έβαφα μαύρο και να το έθαβα σε μια τρύπα Πλάι στον ιδρώτα που μούσκεψα για ένα λεπτό δόξας που κράτησε λιγότερο από την τρικυμία Ακούω το ποδοβολητό μου Πλησιάζει η ώρα του διθυράμβου Εγώ ο γιος του Ίωνα Εγώ ο γιος του Ταύρου Ο ομορφότερος της Φαίδρας Θα προτιμήσω τη σιωπή Κι απ’ όλες τις αρετές της μετριότητας Θα είμαι διακριτικός μαζί μου Και θα σιωπήσω…
Ένα λεπτό ακόμα
Σε ένα λεπτό
Σηκώθηκε σκόνη Ο ήλιος με καίει
Επιτέλους ελεύθερος
Και τώρα σιωπή
Μπορείς να κρατήσεις μυστικό …; Σσστ
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |