Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

ΜΗ ΧΑΝΕΣΑΙ - Χ.Κ.24032003
 

Είμαι το άγγιγμα της προσωποποιημένης μου σιωπής,

η ελεύθερη επιλογή μου, που έχει αρχίσει να γίνεται ουδέτερη και καθολική,

η αλήθεια η αινιγματική κι η ελλειπτική,

διότι μπροστά σε μια στιγμή ανοχύρωτης σύγχυσης μπορούσες να ψεύδεσαι λέγοντας αλήθεια,

ή μάλλον,

κάνοντας την αλήθεια τρέλα είναι αδύνατον να συναγάγεις την ιδεολογία του πικρού και εφεξής αποσταγμένου παραδομένου, σ’ ένα κόσμο  πιο απόκρυφο από τον ίδιο το Λόγο, πιο αποσταγμένο και από την ενόχληση που ένα σταυρωτό κουστούμι τυλιγμένο σε μια γραβάτα στο Λυκαυγές μιας τεράστιας ανατροπής των ιδανικών και των προτύπων, ακολουθεί.

 

Εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησα ότι είχα σταματήσει σε μια στιγμή ανίσχυρος,

ενώ μέσα στον πυρετό μου διέθετα ακόμη κάποια ευαισθησία,

γι’ αυτό εξάλλου είχα πάει εκεί,

αλλά με πνεύμα ιπποτικό και γεμάτο θαυμασμό, σαν να επισκεπτόμουν ένα μικρό τέμενος,

κρυφό στα μάτια του κόσμου, που φύτρωσε για να προσφέρει την εκκλησία στις προσευχές μου.

Οι μοίρες όμως διώχνουν τον μισαλλόδοξο και ζητούν συγνώμη από τον άπιστο.

Αυτή η συνταύτιση με τον εχθρό θα με οδηγήσει αργότερα στην καταστροφή,

Διότι στη δίκη θα με κατηγορήσουν για σχέσεις με αποκρυφιστικές αιρέσεις

Κι ίσως να είναι αλήθεια, μοιάζω λιγάκι με τυχοδιώκτη του περασμένου αιώνα που τον κυρίευσε το πάθος της ερήμου, χωρίς παιδεία ή ανατροφή, μα με μόνη ανατρεπτική δύναμη την πίστη στον εαυτό μου γι’ αυτό που με καθοδηγούσε να σε ανακαλύψω…

 

Βρίσκομαι σε μεγάλη απόγνωση, γιατί είμαι αναγκασμένος να πάω στην έρημο ξανά και να κοιμάμαι κάτω από μια σκηνή και να περνάω μέρες ολόκληρες χωρίς να βλέπω ζωντανή ψυχή, χωρίς να μυρίζω τη σταρένια σου σάρκα και να προχωρώ με το άλογο μες στον ήλιο και να υπομένω τη δίψα και να ξεκοιλιάζω τους φτωχοδιαβόλους που με τριγυρνούν…

 

Μου θυμίζει την ερημιά της ζωής μου…

 

Άραγε με σκέφτεσαι, σε κάθε κυνήγι σου με τα όπλα ενάντια στα λιοντάρια,

δηλαδή σε μια ζωή μετάνοιας και μάχης,

χωρίς να μιλήσω για τον όρκο αγνότητας σε κάποια διαβολική θεότητα που ζούσε μες στον κόσμο και μήνες ολόκληρους στην έρημο, και ξάπλωνε μαζί μου στη σκηνή τη νύχτα που νύσταζες, κρύωνα, διψούσες, φοβόμουν και ήθελα την προστασία σου…

 

Μια ώρα ύπνος ακόμα

 

«μα σκέφτεστε τι ζωή, σκέτη κόλαση, ανάμεσα στους άλλους που δεν έχουν δώσει τον ίδιο όρκο και όταν καταλαμβάνουν μια πόλη βιάζουν τις λέξεις και καίνε τους δρόμους, σβήνουν τους χάρτες και τις μνήμες μαζί…»

 

… όμως πήγαινα στ’ αλήθεια γυρεύοντας

 

Που είσαι ;

Που χάθηκες;

 

Μη χάνεσαι …

 

Έφυγες και εγώ με ποιον θα μοιραστώ τη ζωή μου τώρα

Κι ας ήξερα πως αυτό θα κρατούσε για πάντα

Κι ας πίστευα πως σαν ξημέρωνε θα σε είχα δίπλα

 

Αλλά δεν είμαι αυτό που πίστευα πως είμαι

Δεν είναι αυτή η ζωή που ονειρευόμουν

 

Θα ήθελες να σε έπαιρνα μαζί, να αγγίξουμε τη ζωή που έπλαθα στα παιδικά μου όνειρα

Τότε που το μόνο που ζητούσα ήταν να μοιραστώ τη ζωή μου μαζί σου

Και πίστευα πως σαν ξημέρωνε θα σε είχα δίπλα

Γιατί ήξερα πως αυτό θα κρατούσε για πάντα

 

Δέκα χρόνια πριν … σου είπα σ’ αγαπώ

Θα τρόμαζες αν ήξερες … πόσο …

 


 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic