|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Χωρίς επιδεξιότητα Χωρίς τη σκέψη Έφτιαξα ένα κατοικήσιμο σπίτι Φορώντας γαλάζια ζώνη εκεί που ουρανός και γη είναι κίτρινα Με τρόπο υπάκουο Με τον ίδιο πάντα απότομο βηματισμό Και την αναισθητική επίδραση της μελαγχολίας Ουσία υπερφυσική Όπως καμιά συγκίνηση ανείπωτη ή δυσφορία Η εισβολή του μυστηρίου και της ομορφιάς Ο χειρισμός της ασύνειδης ώρας μετάβαλλε σε δικό του το φως που εκείνο το βράδυ κατόρθωσα να γεμίσω τόσο πολύ με το εγώ μου Άρχιζα να σκέφτομαι Να ελέγχω τη συνείδησή μου με περισσότερη αυστηρότητα Άρχιζα να αισθάνομαι πράγματα τόσο θλιβερά Γεμάτος τόσο φριχτές διαθέσεις με βελουδένια σκουροπράσινη απαλότητα Τοποθετημένος μέσα στο πλαίσιο, όπου μπορούσα να γλιστρώ ανάμεσα στις άκρες του σκότους και τον μαγικό φανό Δεν μπορούσα να κοιτάξω όσους αγαπούσα χωρίς να τους χαϊδέψω με τρυφερό πάθος Αυτό το μαρτύριο μου επέβαλλε η μόνη μου παρηγοριά στα διάφορα συναισθήματα που προκαλούσε στην ψυχή μου η μέθη της θύελλας Μου έλειπε η αίσθηση της φύσης με τη ζωηρή και ρυθμισμένη συμμετρία που γύρεψε να λύσει το μυστικό της επιβολής της απαραβίαστης μοναξιάς Προορισμένος για χρήση ειδική και πιο χυδαία στάθηκα μπροστά σε οδύνες και αδικίες Αντιμετώπισα γελώντας, ξεκάθαρα κι εύθυμα, νικημένος από πριν, αυτά που τόσο συνηθίζει κανείς να βλέπει, ώστε στα γεράματα όταν ανέβω για να πλαγιάσω, φερμένος από το κρύο ή από κάποια δυσάρεστη σκέψη, θα βρισκόμουν στο παιδικό κρεβάτι μου, όπου σαν τότε την άκουγα να ανεβαίνει, κι ύστερα να περνά στο διάδρομο με τη διπλή πόρτα και ο ανάλαφρος ήχος από το φόρεμά της ήταν για μένα μια στιγμή οδυνηρή Επαναλαμβάνομαι, ανάμεσα στις πέτρες και το χρόνο της ανάπαυλας Ξανά και ξανά, ατενίζοντας λοξά τον ουρανό Έβλεπε κανείς τη μέρα πως πολύ πιο έντονα από την ονειροπόληση, με δάκρυα και ηδυπάθεια, μου χρησίμεψε καιρό για καταφύγιο Όσο διαρκούσαν αυτές οι αρετές, η ταπεινοφροσύνη και η καλοσύνη Δεμένες αρμονικά μέσα στο βλέμμα της σαν ένα χαμόγελο που μου δίνε να πιω γουλιά γουλιά Τώρα στέγνωσε το δάκρυ μου Η ευαίσθητή μου πλευρά νεκρώνει και τα μάτια μου έγιναν μελαψά, τα μάγουλά μου ρυτιδωμένα κι η θέλησή μου μαβιά
Ίσως από μια εντύπωση Άσχετα από τον εαυτό μου Ένας ταξιδιώτης θα με διαβάσει για να σκοτώσει την ώρα του Είναι απίθανο πια να σε συναντήσω στο δρόμο μου Είχε σχεδόν νυχτώσει όταν ξύπνησα Τα δέντρα ζωγραφισμένα λύγιζαν σπρώχνοντάς με προς την απόφαση για όσα ήταν πραγματικά άσχετα Έπαψα να πιστεύω πως οι άλλοι συμμερίζονταν την εντύπωση που έμεινε αξεδιάλυτη, σαν να γεννήθηκε πολύ πιο ύστερα Η ανάμνησή σου οδηγεί στο σαδισμό
......
Παρακαλώ, θα μπορούσα να έχω μία άλλη Χάρη; (σιγή) Παρακαλώ, θα μπορούσα να έχω ένα άλλο πρόσωπο; (σιγή ξανά)
Τότε, κι εκείνη αναρωτήθηκε γιατί της δόθηκε μισή η ζωή...
Ξέρεις ... δεν είναι ευγενικό να πηγαίνει κανείς στο σπίτι ανθρώπων που δεν γνωρίζει και με ένα ύφος παιδιάστικο, περιτριγυρισμένος από σφίγγες και με υπερβολική ζωηράδα, δίνοντας στο γαλάζιο βλέμμα του μια γλυκιά έκφραση ρεμβασμού, να δίνει εντολές...
Τη μέρα δείπνησα στην πόλη Έντυνα με τη σκέψη μου τις στιγμές που εκείνη βρισκόταν μακριά μου με την ίδια ξεχωριστή γοητεία που είχαν οι στιγμές που βρισκόταν κοντά μου Τη χάιδευα Ζεσταινόμουν πάνω της και νοιώθοντας κάτι σαν ‘λιγότερο’, άφηνα να με κυριεύει ένα ελαφρό τρεμούλιασμα, που φέρνε μια σύσπαση στο λαιμό Επειδή ένοιωθα ακόμα στεναχώρια και μελαγχολία, δεν έβρισκα το θάρρος να εγκαταλείψω το Παρίσι ... όσο εκείνη έμενε εκεί ...
Ακόμη μια μέρα ξημερώνει
Ύστερα από την παλιά συνήθεια της πολυτέλειας και της περιφρόνησης, τη στιγμή που το σπίτι που κατοικούσα ήταν ακόμη φτωχικό, τη στιγμή ακριβώς που δεν έβρισκα το ισάξιό μου ώστε οι αισθήσεις που τόσο είχα συνηθίσει να κυριευτούν από αμηχανία, άρχισα να εκτιμώ τη θέα του καντηλιού που καπνίζει ... τη μυρωδιά της λάμπας που τρεμοπαίζοντας ... μυρίζει
Το ιδιωτικό περιεχόμενο της ζωής μου (λες και πραγματικά μπορούσε να παρέλθει όχι από στοιχεία μυστηριώδη και διεστραμμένα αλλά από στοιχεία που ανήκαν έξω από το καθημερινό μου εγώ), παρέμενε σπιτίσιο και γνώριμο, σκισμένο και ξανά κολλημένο
Δεν υποψιάστηκα ούτε στιγμή πως αυτός που είχε θεωρήσει ασυμβίβαστο τον ίδιο με αυτή τη σκέψη, σε ένα παροξυσμό πνευματικής ισχύς, μπορούσε να σβήσει κάθε φως στη σκέψη μου, με τον απότομο τρόπο με τον οποίο είχα συνηθίσει
Τη σκέψη αυτή ψηλάφισα στο σκοτάδι και ξαναείδα το φως όταν βρέθηκα μπροστά σε μια σκέψη τελείως διαφορετική Θα ήθελα ένα θαύμα να έκανα να εμφανιστεί, σαν μια ένδειξη της πιθανής παρουσίας της, στρέφοντας αλλού τα βλέμματα, ώστε να τους αποφύγουμε και να αναγκαστούμε να κάνουμε τη γνωριμία μας Αντίκρισα ξαφνικά μπροστά στο γρασίδι το τρομακτικό ενδεχόμενο να τη δω να εμφανίζεται σε κάποια αλέα, να με γνωρίσει και σαν το κοιμισμένο νερό, αθέατο ακόμα και στο πουλί, τραβηγμένη νότα στην ομόφωνη μοναξιά, να με περιφρονήσει ... Στάθηκα άπραγος στον ασάλευτο ουρανό, σχεδόν κάθετος, δίχως να λογαριάσω την επιθυμία και το φόβο μου και ξαφνιασμένος άρχισα να τρέχω προς τη φωνή του πατέρα που με καλούσε, ώστε θα ήταν δύσκολο να δει κανείς τον τόσο στοιχειώδη και απλοϊκό συμβολισμό: ό,τι εγκληματικό, ό,τι κρυμμένο από τα αφελή βλέμματα των άλλων (γιατί το κακό δεν ήταν εξωτερικό), ό,τι σκέτο, το χωρίς κορώνες και εύσημα, η ιερόσυλη απόλαυση της βεβήλωσης, η αισθησιακή απόλαυση της συνεργίας ή της αυτουργίας στον απάνθρωπο κόσμο της ηδονής, στην πραγματικότητα ήταν η προσβολή που συνόψισα ηθελημένα σε μια στιγμή σαδισμού Η βαθύτερη καλοσύνη ... είναι τελείως άδικη Τώρα δα θα τολμούσα να σε φτύσω αδέξιε, λυπημένε, βάναυσε
Την ώρα που ξυπνούσε μέσα μου αυτό το άγχος που αργότερα μετατοπίζεται στον έρωτα και μπορεί να γίνει αχώριστο μαζί του για πάντα, ήρθε να μου πει καληνύχτα η υστερόβουλη σκέψη, μια μητέρα πιο όμορφη και έξυπνη απ’ τη δική μου, κι αφού δεν απόκτησα ποτέ την καρδιά της με τον τρόπο που δεχόμουν το φιλί της μητέρας μου, δίχως την επιφύλαξη ως κατάλοιπο μιας επιθυμίας που δεν απευθύνονταν σε μένα, ήρθε η ίδια να σκύψει κοντά μου σε τούτο το πρόσωπο που τ' αγαπούσα κι αυτό όσο και το άλλο πρόσωπο
Έτσι αυτό που θέλω να ξαναδώ ... είναι το άλλο πρόσωπο που γνώρισα ...
Γνωρίζω το αστείο αλλά το ίδιο το απλό και το σαφές Προσδοκώ με ύφος δειλό να φαντάζομαι το έγκλημα Δεν ήμουν βέβαιος για τις λέξεις Φοβάμαι μην σε μπερδέψω με κάτι άλλο Αν τόνιζα τις συλλαβές πιο πριν Αν η αδιάντροπη φλυαρία αυτού έκανε να χαθεί η ευκαιρία του άλλου Αν παραδόθηκα βιαστικά στο ψευδώνυμο μιας γυναίκας Για όσο η ιστορία αυτή είναι ψεύτικη Με ύφος χολιασμένο Ο βήχας που πέτυχε να γίνει διασκεδαστικός Υπέκυψα τόσο γρήγορα Άτονος ... Αρχίζω να γερνώ
Δεν μπορεί να είναι ωραία…αφού είναι φριχτά Εκεί που κανείς δεν τα βλέπει προκειμένου η διάθλαση να κάνει μια αχτίνα φωτός να σκίσει τη συνείδηση Άκουσα τον τελευταίο ήχο Το επεισόδιο της φωτιάς σαν ήχος καμπάνας μπροστά στα μάτια που κοιτάζουν τη σκόνη
...
Πρέπει να αλλάξουμε τη ζωή Γνωρίζουμε τώρα πως αυτό απαιτεί όχι μόνο θάρρος, αλλά και υπομονή Όμως τα πραγματικά έργα τέχνης, όσο και τα τοπία, όπως ίσως και το φεγγάρι είναι μόνο απεικονίσεις Σε μεταφέρουν σε έναν πραγματικό κόσμο που συνδέεται με τον πραγματικά βιωμένο κόσμο όσο τα τόσο άγνωστα με τη διάθεση και την πρωτοτυπία τους συνορεύουν με το άπειρο που φωλιάζει στο μυαλό σαν κακιά αρρώστια Ας δούμε τον εαυτό μας καταπρόσωπο Παράμερα ζούμε Ούτε στη στεριά, ούτε στη θάλασσα Σε μια νωθρή ειρήνη Με ένα δειλό συμβιβασμό Αυτή η ανοχή είναι η ενάρετη ακαθαρσία της σπατάλης μας Κι η μοίρα; Επειδή δεν βλέπουμε το δρόμο διψάμε για τον κεραυνό και τα έργα που θα μας κρατήσουν ακόμα μακρύτερα από την ευτυχία των αδύναμων Σε μια ευθεία γραμμή προς τον ένα σκοπό Να συγχωρήσουμε την καρδιά μας
Τι είναι καλό; Τι με κάνει να αισθάνομαι νικητής; Η δύναμη Η θέλησή μου να αποκτήσω δύναμη; Όχι Η αγάπη;
Τι είναι κακό; Τι με κάνει να αισθάνομαι κατοικίδιο ζώο; Ό,τι γεννιέται από την αδυναμία Η επιβολή στην αδυναμία; Όχι Η αγάπη; Ο πειρασμός; Ο καλλωπισμένος εξωραϊσμός της πνευματικής ανισχυρότητας; Η διαφθορά που φάνηκε σαν τράβηξα την κουρτίνα;
(βαριανασαίνω)
Όχι
(φωνάζω)
(απότομη σιγή)
Ένα βήμα παραπέρα Σκλήρυνε αναπόφευκτα το ιδιάζον χαρακτηριστικό της πίστης μου Και ακόμη περισσότερο δεν βλέπω τις μη ευανάγνωστες μορφές Υποφέρω Το ενστικτώδες μίσος μου για την πραγματικότητα με κυριεύει Κακό δαιμόνιο Επίκουρος της παρακμής Σκλαβωμένος στη θρησκεία της αρετής: αδύναμος μαζί και δυνατός Έχω το μέλλον μπροστά μου Δεν μου έγινε κατανοητό Το πιο ανίατο, το πιο αδιάσειστο αν δεν τελειώσει ποτέ Κάθε αλήθεια και κάθε ψέμα Κάθε ακεραιότητα της ποταπής ψυχής Η συμφορά η αντίθετη προς τη βαθιά χρησιμοθηρία διαιωνίζει τον εαυτό της μέσα μου Είναι δυναμίτης Ζω μια αυτό-αντίφαση, μια τέχνη αυτό-βεβήλωσης, που ρουφάει με το ιδανικό της αναιμικότητας ολόκληρη την αγιότητά μου Όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή Το επέκεινα κι ο σταυρός, η υποχθόνια συνομωσία της αποστροφής και της περιφρόνησης
Και ο χρόνος μετριέται εναντίον της ίδιας της ζωής ...
Θα υπάρχει μια γη που η άμμος θα είναι σκόνη και το χώμα λάσπη Η βροχή ποτάμι και η θάλασσα πνιγμένη Τα πουλιά ακρίδες και οι στέγες των σπιτιών νήματα Τα παιδιά θα τραγουδούν ανέμελα Κανείς δεν θα μεγαλώνει Όλα θα είναι στο ποτέ Και τίποτα στο εάν Όλα θα είναι τίποτα Και τίποτα θα είναι το τίποτα Εκεί θα γεννηθώ μια νύχτα και το κλάμα μου θα στέψει βασιλιά την μόνη αλήθεια που θα θυμάσαι σαν δεις την Ακκομόδια γη
Τώρα δα το χείλος μου μουδιάζει Το άνω χείλος μου μουδιάζει Φοβάμαι πολύ Φοβάμαι για ένα μυαλό στερημένο, κομμένο στα δυο, σαν άπειρες μικρές νιφάδες χιονιού που δεν μοιάζει η μια με την άλλη κι όμως βγήκαν από το ίδιο καλούπι Κι εσύ πονάς Το ξέρω Κλαις Το νοιώθω Δεν ξέρεις σε τι να πιστέψεις Πίστεψες στην αγάπη Πίστεψε στην αγάπη Θα προσπαθήσω για τους δυο μας Για την αγάπη Κι όταν σε ξανασυναντήσω σ΄ εκείνο το σπίτι που σε κάλεσα ... θα έχει αναστηθεί αυτό που μας ένωσε ... Η αγάπη είναι το απώτερο σύνορο ... στην Ακκομόδια γη Συνάντησέ με εκεί ...
Ακκομόδια Γη - Χ.Κ.28082003
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |