Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

 

Ι

Σε άδεια περίπτερα με ανοιχτά φτερά και μάτια ιδρωμένα, στο τσιμέντο
Καθισμένα τα χρόνια της αβρότητας, τα πρώτα σκιρτήματα ανακαλούν
Στο περίπου,
Που πεταμένα μέσα σε μια φυλακή γιομάτη από θρανία
Ξύλινα, σα ξύλινοι σταυροί το ελεήμων όρος τους γυρεύουν
Να καρφωθούν και φυτεμένοι
Από κει να αγναντεύουν
Χιλιάδες ξύλινους σταυρούς, ματωβαμμένους
Στον κόσμο της παραποιημένης πίστης, επικηρυγμένους,
Στην απέναντι όχθη σαπισμένους                         

Στραβοκαταπίνουν την τροφή που τους κερνούν ανόρεκτα,
Μα όταν νυχτοκοιμούνται, αλαφροίσκιωτοι οι μανδύες που τα θωπεύουν
Τα ζευγαρώνουν κι ύστερα πάλι κάποιοι ξενόγλωσσοι γλωσσοδέτες
Στα φώτα της αυγής τα βαφτίζουν
Ξανά γεννιόνται, στο ξέφωτο του πράσινου δάσους
Που κοκκινίζει καθώς ο ήλιος τα τριγυρίζει
Κι ανθίζει
Κι ωριμάζει
Και πέφτει και σαπίζει
Ξανά πεθαίνουν                                                                                                    

Φωνασκούν σαν πηγαινόφερτα στολίδια της νιότης,
Ακμάζουν περιοδεύοντας τη γη της εξελισσόμενης παρωδίας
Ή της κατά συρροή τραγωδίας
Ή της ατελέσφορης μυσταγωγίας
Σαν χαμένοι,
Κι όμως να που αντέχουν
Σαν τα πετροχελίδονα, κάθε άνοιξη γυρίζουν πίσω
Κάθε σύντηξη στη δύναμη της εγκατάλειψης να εισχωρήσουν,
Την χαριτωμένη άνοιξη,                                                                                          

Στην αλλαγή της πονεμένης μαρτυρίας των πολλαπλών αγωνιών
Που μόνο λίγοι εμπνευσμένοι, τυχάρπαστοι τυχοδιώκτες θα μηνύσουν,
Προσπερνώντας ένα δακρυσμένο χείλη που τρεμοπαίζει
Για τη φλόγα από ξεραμένο καφέ κερί...πενιχρό δείγμα της μοναξιάς
Του ανεξερεύνητου ποταπού κοιτάσματος της εν κατακλείδι ανεμελιάς
Της νιότης,
Του είμαι...που εύλογα ανακλήθηκε στην εφεδρεία
Να ανελκύσει το θησαυρό τον ξεπεσμένο όχι στα βιβλία
Μα εκεί δα...στα άπατα βάθη
Στην τραγωδία                                                                                                          

Ή στην μυσταγωγία
Ή στην σπαραχτική κωμωδία που
Θεατές, θεατριζόμενοι, μικροί Θεοί στη σκηνή
Απαγγέλλουν

ΙΙ

Εκκλησιάζουσες με τα ψηλόλιγνα πόδια και τα αλλόκοτα ράμφη,
Που περπατάτε στους φράχτες των μαρμαράδικων,
Παραγγείλατε από την πειθαρχημένη θέληση,
Να χαλιναγωγήσει τα ξεσπάσματα της δημιουργικής ορμής,
Το θεμέλιο λίθο της ευγλωττίας,                                                                                 

Από τις πόλεις όπου άμαξες και διαβάτες συνωστίζονται στις αλέες ήσυχα ψιθυριστά,
Χαζεύοντας το λαϊκό κόσμο που γεμίζει τραπέζια στα υπαίθρια καφενεία,
Μέχρι να πέσει ο ήλιος και η σιωπή να μαζευτεί από τους δρόμους,
Να στοιβαχτεί στα υπνοσέντονα, στη μικρή βυζαντινή βασιλική
Ψυχή ζώσα, οι στερνές ακτίνες του ήλιου σας κεντρίζουν
Χρυσές κορώνες πέφτουν στο παρεκκλήσι του νεκροταφείου που κουβαλάτε
«εισέρχεσθε εις τον οίκον του Θεού»
«είθε το αιώνιο φως να σας φωτίζει»
Τη νεανική δίψα για ταξίδι, για τόπους μακρινούς έξω από το χάρτη,
Τη λαχτάρα να κυριαρχήσετε στη φύση της συγκίνησης                                                         

Της απέραντης γης που ανυπόμονη σας καλεί να σας φανερώσει τα κάλλη της,
Φτέρες θεόρατες, ένα χάος από πράσινα φύλλα, αχαλίνωτα άνθη,
Φουντωμένους φοίνικες, βαθύσκιωτα νερά, άσπρα λουλούδια σαν το γάλα,
Καλαμιές ανάμεσα στους κόμπους των μπαμπού,
Τα αστραφτερά μάτια της τίγρης που παραμονεύουν
Και νοιώθετε της καρδιά σας να χτυπάει από φρίκη και ηδονή άσβηστη
Στους φράχτες των μαρμαράδικων που συχνάζετε
Έξω από το νεκροταφείο

ΙΙΙ

Κασσίτερος και ασήμι καλύπτουν τη νυχτιά,                                                                  
Απόψε που τα φύλλα έγειραν στο νοτιά παραδομένα στη μέθη του,
Μα δίστασαν τη δροσιά του να στραγγίξουν,
Ας αποξηρανθούν,
Νωχελικά η «προαπαιτούμενη δέσμευση» θα τους παρηγορήσει,
Ξεδιπλώνοντας στο ξέφωτο τη νοσταλγία της Αρετούσας Βενετίας,
Της χρυσαλίδας που καθρεφτίζεται στα λιμνάζοντα νερά,
Κι από τους πόρους της ένα άρωμα ξεφεύγει,
Της κόρης το δέρμα μοσχομυρίζει,
Κι όλο παλεύει με τις αισθήσεις, κι αερίζεται, στους δύο πόλους εξατμίζεται,
Με λάγνους στίχους τη συνοδεύουν οι παλαίμαχοι μνηστήρες, σε μια πανήγυρη                     

Το παιχνίδι στήνουν και αναμένουν κι όλο προσμένουν
Της μοίρας το πρόσταγμα να τους μιλήσει
Να τους φιλήσει, κλαυθμός και πύρινα στάχυα θα ανεμίζουν
Στο λιβάδι που έθαψαν πριν την προσμονή και χίλια χρόνια υπομονή
Για τη βασιλεύουσα των ημιθέων, των ακραιφνών Πανθέων
Παγωμένη η νύχτα των δελφινιών που ξετυλίγεται κάτω από τις κουρτίνες,
Στο παράθυρο κρεμασμένη η πιο κοφτερή ματιά,
Η ιδιάζουσα, η χιλιοφορεμένη στα ελικοειδή δρομάκια,
Κατά πόδας τους χρυσοκόκκινους καρπούς από ένα τσαμπί τσιμπάει,
Θυμωμένο πλάσμα με μαύρη πλάτη και μαλλιά,                                                                  

Δεν προσπαθεί να καταλάβει το πλεύρισμα του Αγγελιοφόρου στην αποβάθρα,
Παρακολουθεί χωρίς βλέμμα μες τη σιωπή,
Στη λαξεμένη από τις κατάρες βάρκα το παλαμάρι σπάει,
Σε μια μικρή δεξαμενή η καταιγίδα ξεσπάει,
Η καταιγίδα της φιλάρετης Βενετίας,
Για να ζήσει στο παρόν
Στη νυχτιά
Που είναι ντυμένη στο ασημί των αθανάτων

IV

Ο ουρανός ήτανε γκρίζος, ο αέρας υγρός,                                                                 
Μείνανε άδεια τα λιμάνια, ακόμη κι η στεριά τα λησμόνησε,
Η νοτισμένη καπνιά από τα ξεχασμένα φουγάρα έπεφτε πάνω
Στο πλυμένο κατάστρωμα, που δεν εννοούσε να στεγνώσει... όταν...
Ο κόσμος άλλαξε θέση, του λείπε ο ύπνος,
Κάτω από τα πόδια του φαινόταν πως έπλεε
Η αλλόκοτη διάσταση που ξεμακραίνει,
Ίσως έτσι να ξανάβρισκε την παλιά γνώριμη όψη του,
Αν σκέπαζε ο ίδιος για μια στιγμή το πρόσωπό του κι ύστερα
Άνοιγε πάλι τα μάτια να κοιτάξει γύρω του,
Χειρονομώντας και τραυλίζοντας ακατάληπτα ώσπου,                                                 

Ο ύπνος πάλι να τον πάρει,
Να βυθιστεί, στα κύματα του ονείρου του πιο βαθύ ύπνου να κρεμαστεί,
Στερνή λειψή ψαλιδισμένη κούφια ελπίδα χωρίς καμπίνα,
Μα με μια τόση δα πορτούλα,
Κλειδωμένη κι από την αίσθηση του χρόνου τεμαχισμένη,
Ο καθαρός αέρας στη βροχή, η σιγουριά του χειμώνα στα φουσκωμένα σύννεφα,
Η κουρασμένη καρδιά, η περιπέτεια κι η αναστάτωση, το δέος κι η θλίψη,
Η δύναμη που του χαρίζει η Τέχνη...

Με χαμηλή φωνή, όλο ευγένεια και υποκλίσεις,                                                                   
Κουρασμένος και παραζαλισμένος από την τρικυμία,
Την περιπέτεια της νυχτιάς,
Με ένα δαδί τελειωμένο, μισοσβησμένο, μισαναμμένο
Μια πολυθρόνα τον ξεκουράζει, κι από τα χρώματα τα πιο ζωηρά, πολύχρωμη,
Μόνο ο ουρανός έχει κρατήσει το γκρίζο του χρώμα,
Ο αέρας υγρός,
Με τα χέρια σταυρωμένα, από τη μια ευχαριστημένος που βρίσκεται στο πέλαγο,
Από την άλλη ένα τσίμπημα δυσαρέσκειας τον καταβάλλει,
Εις εαυτόν προσδίδουσι τις μεταπτώσεις και τις επιθυμίες,
Ελέω φυσικώ δικαίω
Ο σιωπηλός, ο αόρατος, κρυμμένος στο ψηλό του παρατηρητήριο τραγουδά:            

«Ώγε μοι ο Σαβαώθ»
«Άγιος Άγιος Σαβαώθ»
Ανοιχτά τόξα οι παλάμες του μπροστά του, μια γλύκα άνθισε στα χείλη του,
Σαν να θέλε κάτι ή κάποιον να καλωσορίσει πρόθυμα, να υποδεχτεί την καρδιά του
Τι ειρωνεία!
Ήταν μόνος,
Απέραντα μόνος...
Γιατί δεν αφηνόταν να βουλιάξει;
Και το λουλούδι, το γεννημένο από το αίμα του πολυαγαπημένου,                             

Μέσα του ανεξίτηλα κρατάει χαραγμένο το αιώνιο,
Το δικό του παράπονο,
Ο ωραίος έφηβος, η αξιοπρεπής φυσιογνωμία με την εσωτερική συγκίνηση,
Το βλέμμα που συναντιέται με την άμμο,
Η στάση του κορμιού που η ανατροφή του χει προσδώσει χάρη,
Μια φορά μόνο ας γίνονταν τα πράγματα αλλιώς
Ας έρχονταν κοπέλες ντυμένες καλόγριες μέσα σε φωτεινούς κύκλους από το μόλο,
Και μες τα καλογραμμένα φρύδια τους ας φώτιζε ο ήλιος το πρόσωπό τους,
Ώσπου να εμφανιζότανε η αγαπημένη μορφή,
Η μάσκα της ηρεμίας και της αξιοπρέπειας,                                                                

Η σκοτεινιά στην ερημιά του πάρκου,
Η ανεξήγητη αγανάκτηση στη νυχτερινή ευωδιαστή ανάσα που ψιθυρίζει
Τον προαιώνιο λόγο του έρωτα:
«Σ’ αγαπώ» 

V

Σκιερές μυρωδιές, γλυκερή ευωδιά
Σκυμμένη στο στρογγυλό σιδερένιο τραπεζάκι που πνίγεται η άπραγη πλατεία,
«ποιο είναι το κακό;»
Κι ύστερα τυχαία στο αυτί με αμφίβολη καθαριότητα φέρνει στο νου πληγές,
Τον πόνο και την κραυγή,                                                                                       

Η εικόνα αυτής της ανέμελης και πολιτισμένης απόλαυσης πλάι στην απεραντοσύνη
Της θάλασσας, πλάι στο υγρό στοιχείο όπου η γκρίζα επιφάνεια του νερού
Αντανακλάει το ψευδές προσωπείο, το μη αναγνωρίσιμο είδωλο,
Το μηδισμό της Νιόβης,
Με μάγουλα ισχνά όλο ρυτίδες, με το κεφάλι ως συνήθως σκυφτό
Η πολυτάραχη και βασανισμένη ζωή που έχει αναλάβει να αποτυπώσει
Τα χνάρια της στο πρόσωπό του,
Η ίδια η τέχνη,
Το πεπρωμένο της ματωμένης κόλασης του υπηρέτη
Μιας ζωής ανώτερης, με χαρές βαθύτερες από τους κόπους και τα βάσανα,                 

Αυτή η πνευματική περιπέτεια με τις άσωτες διασκεδάσεις,
Που λιγοστεύει τις αντοχές,
Που εξανεμίζει τις υποσχέσεις,
Που ταλαιπωρεί την ανάσα,
Που τσακίζει τα ασίγαστα πάθη μες τις ευδιάκριτες λακκούβες του προσώπου του,
Αυτό το αποκρουστικό θέαμα του νέου που δεν θα αντέξει το κρασί,
Του γέρου που αναμένει το πρόσταγμα της ύστερης σάλπιγγας
Και μ’ ένα τίναγμα του κεφαλιού, με βλέμμα αδειανό,
Τον ενθουσιασμό και την αναστάτωση σε μια όψιμη περιπέτεια λοξοκοιτάζει
Καθώς πάλι χαράζει...                                                                                
Μετά τη νύχτα πρέπει να έρθει η μέρα...
Πικρό πρωινό
Το ξημέρωμα στα καμπαναριά της Βενετίας
Που ποθώ να δω...
Από παιδί...
Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου,
Που Εποίησε την διαβολήν ίνα Υπενθυμίζει Εις Αυτόν ότι Αυτός εστί η Αγάπη...
Κι Εποίησε εμέ εν τη Προνοία Του, κατ’ εικόνα και ομοίωση Του,
Θεό στη σφαίρα του μικρού μου κόσμου

Είμαι ένα ξεχασμένο είμαι
Που ξαναζωντανεύει
Θεέ μου! Θα πρέπει στ’ αλήθεια να ξαναζήσω όλα όσα έζησα πριν...στη νυχτιά,
Τις τύψεις, την απογοήτευση, τον κορεσμό, την αγωνία, το εσωτερικό κενό
Όλο μου το παρελθόν και όλα όσα με περιμένουν
Απαιτούν να είμαι...ακόμα
Θέλω...
Θα είμαι ακόμα...                                                                                                        

Πικρό Ξημέρωμα - Χ.Κ.21052000

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic