Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

 

Ι 

Νοιώθω,
Που σαρώνουν τα κύματα της νοσταλγίας την ώρα που το άπειρο στοχάζομαι,
Μικρά λευκά γλαροπούλια κρύφτηκαν από την τρικυμιά του νου
Σ’ αυτή τη θάλασσα που αγόγγυστα με ταξιδεύει
Προς μια ακαθόριστη ενστικτωδώς πορεία, στον άβατο ουρανό
Απλωμένοι μαγνήτες ολόγυρα συγκρατούν το αιθεροβάμον κοινό,
Κρεμασμένο στη μικρή πλατεία αναστενάζει για τη μαγεμένη ατμόσφαιρα
Περιμένοντας από εμέ ένα τραγουδιστό πιάνο να τσιμπήσει την αχόρταγη καρδιά,
Μα η αυγή που ιριδίζει στης ψυχής μου την λεπτή υφή,
Τους ξεμπερδεύει                                                                                        

Από ένα άστρο σε κιτρινισμένο αρχοντικό τους σημαδεύει,
Όλο προς τα πίσω τους εκτοξεύει, με σιγουρεύει
Δεν φοβάμαι πια να ονειρεύομαι στη σιωπή,
Στην ανεμική σοφία συναντώ τη μαγεύουσα Μέδουσα, με μαγεύει
Από μια δακρυσμένη φωτογραφία η φαντασία,
Την έδεσα φυλακτό στους κήπους της πικρής πολιτείας, όπου
Μικρό παιδί άνοιγα χαρταετό προσδοκώντας να ‘ρθει η μέρα
Για να σε συναντήσω σε μια ζωγραφιστή πόρτα,
Στο παραμύθι το ξεχασμένο σε σκονισμένες σελίδες,
Το ατελές, συνάμα το ξεχωριστό                                                                   

Νοιώθω,
Το κενό που δονείται,
Ακούγεται βοή παγερή, ταράζει το κύμα,
Ορφανά γλαροπούλια χωρίς αλαλαγμό
Κράζουν το εγκώμιον ως μοι όφειλε
Η άνοιξη εν τη επελάση βασιλεύουσα δωρίζει
Αγάπη μόνο...

II

Η φλόγα της ελεύθερης παράφρασης των πνευματικών προσδοκιών                       
Από το γλυκύτατο κρασί των νεανικών χρόνων
Σε πίνακες της κλασικής εποχής φούντωσε,
Το σμαραγδί, το μπλε και το μαβί του κοβαλτίου
Τη γαλλική σκούρα όπρα,
Φτωχός σε κρίση και κατανόηση
Ο βαθυστόχαστος ποιητής της μέθης,
Πάνω απ’ τη σκοτεινή μάζα των δέντρων φωσφορίζουν
Μεγάλα ασημένια φύλλα, κέδροι, ευκάλυπτοι και καστανιές,
Μια μουσική συνοδεύει το μοτίβο στο ρυθμό αυτό της ξέφρενης δουλείας
Που κανείς μια στιγμή δεν θα αντέξει,                                                               

Ξάφνου, γέλασε και τεντώθηκε
Καίγοντας το κερί του και στις δυο άκρες,
Τη μια στιγμή το πανηγύρι, την άλλη
Κλάμα με αναφιλητά για την αλόγιστη τούτη σπατάλη
Στο χρώμα, στο μοτίβο, στο ρυθμό
Το μπλε και μετά το γκρι και μετά το καφέ
Και τώρα το μαύρο, η δίψα για να αδειάσει ως τον πάτο
Η νάρκη του πόνου,
Το βουνό βογκάει στην πέτρινη βρύση, τσάκισε
Η φλογισμένη ροδιά,                                                                                                 

Νερομπογιά σε άσπρο χαρτί, ο βελούδινος εμπρησμός,
Στο κόκκινο αρχοντικό μέσα στο δάσος,
Το ερημωμένο σπίτι σαν πυρακτωμένη ρουκέτα, μπροστά
Στο Πράσινο του Βερονέζε 

Το ανόητο «ένα μετά το άλλο»,
Σπασμένες χορδές σε μια κιθάρα μονότονα φτωχή, ξεκούρδιστη
Βροντερή συμφωνία,
Η νύχτα διάβηκε έτσι,
Αχνοσαλεύουν οι ατμοί, χιλιάδες τζάκια τώρα συνωμοτούν,                                   

Τον ελαφρύ ύπνο των γλάρων εκχυμώνουν,
Μια πίστη παιδιάτικη με διαφορετικό πρόσωπο, διαφορετικό νόημα
Νέοι δεσμοί ζυμώνουν,
Στη Στοά με τις Πλύστρες συννέφιασε,
Κι απ’ την κόκκινη καμινάδα της φάμπρικας
Τα γλαροπούλια μαλώνουν,
Το τραμ, οι επιγραφές στο μόλο, το γαλάζιο εργοστάσιο
Τα περήφανα παγόνια, οι γυναίκες στη γιορτή, οι σκασμένες ακακίες
Κουρέλια μιας ελπίδας βαμμένης στο φωτεινό χρώμα
Στο Πράσινο του Βερονέζε                                                                                

ΙΙΙ

Ο παράδεισος δεν είναι τα χρόνια της ειρήνης
Στην ηλιόλουστη πλατιά άσφαλτο που
Αστραφτερή και καυτή οδηγεί στον αποτρόπαιο διωγμό,
Μαυροκαπνισμένες φιγούρες γλιστρούν στο μαύρο ερπετό,
Γλοιώδεις, ευτυχισμένοι εν τη παρώδω
Φορώντας σκουροπράσινα γυαλιά
Τα σύνεργα ετοιμάζουν, συγκινημένη κορμοστασιά σε αφασία
Από τα σκιερά βάθη αναδύεται σαν τεράστιος σκαραβαίος με
Λυγερόκορμη φορεσιά, με πρόσωπο ξαναμμένο                                               

Χωμένη σ’ ένα γραφείο, πίσω από μια γραφομηχανή

Ο ιεροφάντης ψάλλει: Σήμερον μετ’ εμού έσει εν τω Παραδείσω!
Ονειροφαντάσματα αλλοτινής εποχή περιτρυγυρίζουν,
Σβησμένα από το πέρασμα του χρόνου σε ξεφτισμένες τοιχογραφίες,
Φορώντας από ένα κόκκινο χιτώνα μέσα στον άμβωνα
Σκυθρωπά το ξεραμένο χόρτο πατάνε,
Όλο περηφάνια τινάζει το ανάστημα στον ουρανό μια κεφαλή αγίου
Με κορακίσια μαλλιά, στην είσοδο του ναού κοντοστέκεται,
«Άφιξης στη Δαμασκό»                                                                               

Καταμεσής στη Δαμασκό ζει Εκείνη,
Η αστραφτερή οπτασία ακτινοβολεί, ένα χρώμα απαλό
Αντανακλούσε γλυκά το φως,
Μεθυστικό περσικό άρωμα ξετυλίγει η «Βασίλισσα των Βουνών!»,
Με σάρκα σφιχτή κι ευκίνητη, ντροπαλή κι ατίθαση, ντυμένη με εφτά πέπλα
Ίδια η ζωντανή εικόνα της νιότης, που έχει στεφανωθεί τη μέρα τούτη…
Ίδια αγριολούλουδο, δελφίνι, άλογο,
Ίδια ο έρωτας…ο ζωγράφος των λούνα παρκ και των τσίρκων

Ο κόσμος πήρε νέα μορφή,                                                                       
Γέμισαν πήλινες κούπες με κρασί, καμπάνες τραγουδούν
Και τ’ άστρα άρχισαν να ξεστρατίζουν
Πολύχρωμη μαγική εικόνα, η αλληγορική εικόνα της παροδικότητας
Σ’ αυτό το άγνωστο, ταλαιπωρημένο σύμπαν ελεύθερη
Στην καλαμένια της  καλύβα η μαρμαρωμένη πριγκίπισσα
«Το μαργαριτάρι των γυναικών!»

ΙV

Το τραγούδι των γλάρων υπό επήρεια :
Η αγάπη κι εσύ
Δεν κοιτάζω πια στα χαμένα                                                                 

Σου απλώνω το χέρι και στο χέρι σου σφίγγω την αγνότητα
Αν ήταν μικρό πουλί από το νότο θα του χάριζα έναν ήλιο γεμάτο από σένα
Να βρίσκει κάθε που θα ερχόταν ο χειμώνας και θα μελαγχολούσε
Χαμογελάω χωρίς να έχω άλλο λόγο από το χαμόγελό σου
Από το λαμπύρισμα των ματιών σου
Αυτή τη σπίθα που βάζει φωτιά στον κύκλο της αδημονίας και  τον σπάει
Από μια λίμνη ταξιδεύω για το φεγγάρι με μόνο οδηγό
Την αλησμόνητη βροχή που λούζει το πρόσωπό σου
Ποιος θα μπορούσε να δει ή να παίξει στη βροχή με τα δάχτυλά του
Χωρίς πριν να αναρωτηθεί τι ιδρώνει το μέτωπό μου όταν με κοιτάς;                        

Σου γράφω μια ιστορία για ένα αγόρι και ένα κορίτσι με δυο χείλη χλωμά
Και σαρκώδη σαν τα δικά σου
Μια φωτογραφία σου κρατώ κάτω από το μανίκι,
Για κει που πηγαίνω είναι η μόνη αλήθεια που θέλω να κρατήσω

Η αγάπη κι εσύ
Δεν χρειάζεται να πολεμήσω ξανά παρά μόνο για να σας υπερασπίσω σε κάθε απειλή...
Αν ο κόσμος γίνει εχθρός χωρίς πριν να υποταχθεί στη θηλυκότητα που ξεχειλίζεις
Ένας καλός ήλιος αργοπορεί στη δύση του προσπαθώντας να παρατείνει
Για λίγες στιγμές τη χαρά που στραγγίζει φωτίζοντάς σε                                    

Αν υπάρχουν άγγελοι σε έκαναν αρχηγό τους
Και σε προσκυνούν κάθε που ένα άστρο θα αντανακλά τη μορφή σου στο σύμπαν
Μου πήρε πολύ για να σε βρω...
Μεγάλωσα κι έγινα ο άντρας που μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις άγριο άλογο, ατίθασο,
Στο λιβάδι παρατημένο, από θεούς και δαίμονες και ξωτικά καταραμένο,
Μια καρδιά που δεν θα πάψει να χτυπά για εκατό χρόνια
Μέχρι το δικό μου βέλος να χαράξει τη στερνή πορεία στον εμπαθή ουρανό
Που γέννησε την αγάπη μου για σένα
Μου πήρε πολύ για να σε βρω
Μεγάλωσα σε μια γη που φιλοξένησε μόνο την αναμονή και την ανελπίδα                   

Τώρα η ειρήνη βασιλεύει ανάμεσα στους ανυπότακτους εκβιαστές της παρόρμησης
Που τους αρκεί μόνο μια ματιά για να λατρέψουν αυτό που ήδη πιστεύουν

Η αγάπη κι εσύ
Η αγάπη μου για σένα
Ίσως μου πάρει καιρό για να σε πείσω πως είδα τον κεραυνό στο πετάρισμα των ματιών σου
Πως ένα κρεβάτι στρωμένο με όνειρα και προσευχές έχει χτιστεί στο ακρογιάλι
Για να σε ξεκουράσει ή να σε χαϊδέψει
Ίσως χρειαστείς καιρό μέχρι να πειστείς πως εσύ μόνο
Μπορείς να κοιτάξεις μέσα μου και να δεις πως όλο αυτό τον καιρό                          

Που πρόδιδα τον εαυτό μου στον κόσμο τους,
Ήμουν ο ίδιος και πως κάθε φορά που τα πόδια μου έφταναν τη σκιά σου
Εσύ έδενες τα χέρια μου μέχρι να μελανιάσουν για να μη σε αγγίξω
Τι περίμενες να κερδίσω ή να χάσω από αυτό το καρναβάλι των μασκοφόρων καχυποψιών;
Παρέτεινες την αγωνία μου αλλά δεν  ήξερες πως
Μόνο εμένα μπορούσες να εμπιστευτείς...
Για όσα πράγματα θα χρειαζόταν να θυμάμαι από εσένα...

Έτσι τραγούδησαν οι γλάροι υπό την επήρεια των μεθυσμένων στίχων
 

V

Tα αισθήματα ζητούν επικύρωση σαν τη λυγερόκορμη γυναίκα που επιζητά το θαυμασμό
Φτωχά, θαυμάσια αισθήματα που αδικούνται από την άρνηση ή το δισταγμό
Η ηδονή, η αγάπη, ο φθόνος, το μίσος
Η καχυποψία
Η φιληδονία                                                                                              

Ο ασημένιος καθρέπτης τα αντανακλά στη σφαίρα της αμαρτίας
Ο εν τω πολλές αμαρτίες θνητός, σεμνός στον κήπο των αισθήσεων εκδικείται
Χαράζοντας ένα όνειρο σπαθί που η γεύση του κρασιού του ’χει προστάξει
Γλυκιά γεύση
Του επιτρέπει να μάθει να αγαπά                                                              

Οι προσκυνητάδες κίνησαν για τα ηλιοτρόπια
Στην εποχή του νόστου,
Στον αγαπημένο μήνα Αύγουστο που γεννά το θανάσιμο φόβο και την αγωνία,
Ο χρυσός άρχοντας με το δρεπάνι
Ο γελασμένος από το Χάρο, ο Χάρος κρυμμένος στις κιτρινισμένες φυλλωσιές
Περιμένει σκυφτός...κρύος...φλογισμένος
Σαν τσακάλι πεινασμένο ουρλιάζει, σάρκα κοιτάζει
Κι ο κόρακας τραγουδά βραχνά το καταραμένο του τραγούδι:
Συ Χάραμα, Συ Πύλη                                                                              

Ξινισμένο πράσινο ξηρό σταφύλι
Δεν θα σε δω, δεν θα διαβώ
Εν τόπο χλοερό δεν κατοικώ,
Χαιρετώ σε
Χαιρετώ σας φίλοι!

Το καλοκαίρι ξεμακραίνει, ο αστερισμός του είναι ασυνήθιστος, μπερδεμένος
Ο μάγος με το μαύρο γένι ανασαίνει βαριά
Και μαζί του η σκοτεινή Σκιά την πτώση πανηγυρίζει
Συμπέρασμα: Η Γονιμότητα εν κύκλω παίζει...                                               

VI

 Η εξομολόγηση των γλάρων εν κινήσει:

Μικρό κορίτσι,
Με τις αφέλειες και τα κοκαλάκια, έπαιζες με τις κούκλες σου
Τις έντυνες με ρούχα μεγάλων γυναικών και τις έβαφες
Με χρώματα και αρώματα για να τους μοιάσουν
Ποτέ δεν πίστεψες το παραμύθι για το πριγκιπόπουλο μα
Προτιμούσες να το ακούς από το να το ζήσεις
Άπλωνες ένα μάτι σιδερένιο προς τα άστρα, από το παράθυρό σου έβλεπες
Τον κόσμο μέσα σε μια γυάλινη σφαίρα, και οι άνθρωποι έπαιρναν παράξενες μορφές,
Γινόντουσαν σκιές, φορούσαν γούνινες προβιές και εσύ                                      

Τρόμαζες γεμίζοντας το παιδικό δωμάτιο με τις αθώες σου φωνούλες
Κι επέστρεφες τα χαμόγελα στον κόσμο που σου χάιδευε το κεφάλι
Με πομπώδεις επαίνους και σου ‘πλεκε εγκώμια,
Κι όλους αυτούς τους διθυράμβους τους άκουγες
Με μορφασμούς πενίας που μια παράξενη σιγουριά σου επέβαλλε
Στα μάτια τους ήσουν ένας άγγελος κι όλοι οι άγγελοι σε θαύμαζαν μα
Κανείς πότε δεν κατάλαβε πώς γινόταν εσύ να κρύβεις μέσα σου την οργή και το μίσος και
Μια κοφτερή γλώσσα που δεν μιλά κι όμως η σιωπή της τσακίζει
Το μέλλον που οι άλλοι σου έχουν καθορίσει
Ένα πέπλο αγάπης σε είχε προβάρει μα ήταν μόνο ένα νεφέλωμα προσποίησης          

Αφού ποτέ σου δεν άφησες την αγάπη να σε δέσει στο κάτεργο τους
Πάντοτε ζητούσες ένα άλλο έργο χωρίς ντροπές και αναστολές και ψέματα
Ζητούσες μια αγάπη χωρίς εξουσιοδοτήσεις και προτεραιότητες, χωρίς υπερβολές
Και άκρα και επιχειρήματα αλλά με δυνάμεις ακατάληπτες και δυσνόητες
Που δεν χωρούν στο μυαλό, που διαχέονται στις φλέβες αλλά τις φλέβες δεν λερώνουν,
Που αποδεσμεύουν την ενέργεια που κλείνεις στην ψυχή σου
Και την εκπέμπεις και την ονομάζεις … αγάπη
Δεν σε αδίκησα ποτέ , άνθρωποι σαν και σένα δεν μοιάζουν στις κοινωνικές επιταγές,
Στις σφραγίδες και στις αποδοχές, δεν είναι άχρωμοι και
Το κορμί τους δεν αναδεύει σαπίλα, είναι φεγγαρόφωτοι και αντλούν το φως τους     

Όχι από τον ήλιο αλλά από τον ήλιο που κρύβουν στον πυρήνα τους,
Από την καρδιά τους που δεν είναι αυτόματο, δεν είναι ο χρόνος που ξοδεύεται στα χαμένα,
Δεν είναι το αίμα ή το οξυγόνο που τη συντηρεί
Είσαι από ένα άλλο σύστημα που παράγει ανθρώπους
Που μοιάζουν στους άλλους μόνο στο πρόσωπο,
Κι αυτοί αυτό το θεωρούν αρκετό για να εφησυχάσουν την ξεχασμένη συνείδησή τους,
Μα αγνοούν αυτό που μόνο άνθρωποι σαν και μένα μπορούν να διακρίνουν
Σε σένα και να σε ξεχωρίσουν
Άνθρωποι σαν και σένα και μένα μπορούν να καταλάβουν τι κουβαλάς
Στην ψαλιδισμένη σου ψυχή και πόσο υποφέρεις στη γη της ανωνυμίας                

Και της παραλογισμένης ηθικής
Μόνο εγώ μπορώ να δω στα μάτια σου να σχηματίζεται το άπειρο,
Μόνο εγώ είδα να χωράει στα μάτια σου το ασχημάτιστο άπειρο
Μόνο εσύ στα μάτια σου μπορείς να χωρέσεις το άπειρο και να το ελευθερώσεις
Αγνό κορίτσι του νοτιά, αγάπη που ντύνεσαι άνεμος και σκορπάς τα σκοτάδια,
Κάθεσαι πάνω σε μια δροσοσταλίδα και τη δροσιά της στολίζεις,
Θα υποφέρεις σ’ αυτό τον κόσμο της μικρότητας,
Τη γη της αποπυρηνικοποιημένης υπόστασης και της ανυπαρξίας,
Την κοινωνία του θεάματος που μόνο να χειροκροτεί ζητά και να απορρίπτει
Ό,τι δεν της μοιάζει και την απείλει…                                                        

Ένα τσακάλι είναι που διψά για τη σάρκα
Και τους καψαλισμένους ιστούς της αντίρρησης…αλλά μην σκιάζεσαι…
Όταν η βροχή στεγνώσει,
Όταν ο χρόνος παγώσει,
Όταν το μυαλό νεκρώσει,
Όταν η επανάσταση προδώσει,
Εσύ που έρχεσαι από αλλού δεν θα είσαι μόνη…θα είμαι εδώ,
Στο άπειρο που αγάπησες για να σε περιμένω

Έτσι εξομολογήθηκαν οι γλάροι εν κινήσει προς το νησί της λησμονιάς                  
 

VII

Βουλιάζει η άβυσσος και τα άλογα έχουν τρομάξει
Η λογική έγινε παραλογισμός,
Ο πόλεμος αρετή,
Το χαρτί απαξία,
Οι πρώιμες νότες μουσική,
Κι η Τέχνη αυτοκτονία
Παραπαίουμε, έτσι είναι γραμμένο,
Σφιγμένα δόντια, αστράφτει το χαμόγελο της μελαγχολίας,
Στο πικρό ξημέρωμα της Κυριακής
Στη Συμφωνία της Καταστροφής...                                                              

«μα έχουν καταστραφεί και τ’ άστρα!»
Μοναχά στην αντίληψή μας, σε ό,τι είναι ορατό
Η άγρια κακογουστιά, το κιτς που μας μετατρέπει η κλίκα των γλάρων,
Ο δάσκαλος και ο μαθητής χαζεύουν την αντανάκλαση του τσίγκινου κουταλιού,
Προσπαθώντας να πιάσουν το χρυσόψαρο του λούνα παρκ

 Η Καταστροφή είναι ανύπαρκτη,
Των παρείσακτων το τραμπολίνο που στριγκλίζει
Πάνω...κάτω
Μονάχα κάτι σκέψεις εξαγνισμένες                                                          

Η αυταπάτη και η αδημονία κλωθογυρίζουν στο μυαλό τους
«Εσένα σου φαίνεται σαν Καταστροφή, εμένα όμως ίσως μου φαίνεται σαν Αναγέννηση»
Η μουσική του λούνα παρκ ξεκουφαίνει με τη νέγρικη επιμονή της και τα χτυπήματα
Χρωμάτων σε προχωρημένη θολούρα,
Ιερόσυλοι φτωχοδιάβολοι αδειάζουν τριακόσιες κούπες κρασί με μια ρουφηξιά,
Στο πυρπολημένο τους σπίτι βάζουν φωτιά
Και τώρα να αλλάξουν το ριζικό τους καταπιάστηκαν,
Ο Αύγουστος έχει φτάσει στο τέλος του,
Με το φυλακισμένο ζήλο του επόμενου καλοκαιριού συμμαχούν τα άδεια μπουκάλια,
Στην άδεια γυάλα το χρυσόψαρο αλύγιστο το περσινό καλοκαίρι αναπολεί               

Αφού αγαπά το θάνατο, ευχαρίστως να πεθάνει 

VIII

Η προσευχή των γλάρων εν τρικυμία :
Μια φύση παραμυθιάρικη ζωγραφίζω
Τα χρώματα που βάφουν τα πινέλα μου, γίνονται αγάλματα,
Σε κήπους στέκονται και με ξαφνιάζουν
Η παιδική ματιά μου τα κοιτάζει κι είναι η μόνη που τα θαυμάζει
Αυτά είναι τα έργα μου

Στις αγκαλιές του κόσμου στα παρέδωσα…
Δεν είναι δώρα μα ούτε και πληρωμένες υποσχέσεις που ζητούν επιβεβαίωση           

Είναι αγωνίες που γίνονται σκέψεις προς ανταλλαγή…
Σε μια αμφίδρομη σχέση που κρύβουν κάτι θεατρικό μα δεν είναι πλαστές
Το πρώτο βλέμμα προσπαθώ να σου κεντρίσω…το καίριο και το καθοριστικό

Στο πρώτο δευτερόλεπτο ή ποτέ
Στην πρώτη ματιά ή … ξανά ποτέ

Σε κάνω να γελάς;
Στο κήπο των αγαλμάτων μου μπήκες και τον διαβαίνεις,
Μες στο λευκό σου φόρεμα περιπατητής ανάμεσα σε φαντάσματα και πνεύματα          

Από τον αρχέγονο κόσμο, σκιά γίνεσαι
Και από το φως μόνο τη λάμψη θέλεις να δεις
Για μια στιγμή…την πρώτη ματιά…ή ξανά ποτέ

Ένα μαγνήτη σου άφησα στο χέρι… για να τρελάνει την πυξίδα της διαίσθησης σου
Αναρωτιέσαι και κοντοστέκεις, έναν εγκλωβισμένο ήρωα προσπαθείς να αφυπνίσεις
Για μια στιγμή μια κοφτερή ματιά και μια λάμψη κι ύστερα πάλι…
Στο λήθαργο πέφτεις…στο καλοστημένο σου πάλκο…
Αυτό που μόνη σου έχτισες ξαποσταίνεις
Τι είναι αυτό που ζητάς;                                                                             

Η γαλήνη μέσα στον κήπο, η ειρήνη ανάμεσα στις πέτρες που σμιλεύτηκαν από ένα όνειρο
Η σκόνη το χει κρύψει…η στα μάτια σου υπάρχει σκόνη
Ένα νεκροταφείο επισκέφτηκες ή μια νέα γη που για σένα έχει φυτρώσει;
Κι όλα αυτά σε μια στιγμή

Στο πρώτο δευτερόλεπτο ή ποτέ
Στην πρώτη ματιά ή ξανά ποτέ
Γυναίκα που προορίζεσαι να γίνεις μάνα και να μεταδώσεις την αλήθεια καθαρή στο γιο σου
Γυναίκα δεσμώτη που σαν την Αθηνά τη σοφία κατακτάς                                

Μέσα από τη θεϊκή σου φύση και το θεωρείς δικαίωμα
Γυναίκα που έζησες το φανταστικό έρωτα, κι όμως το μυστήριο δεσμό έσπασες
Γυναίκα χαρισματική που σε λάτρεψαν οι Ατρείδες…στη γη της χάρης,
Πες μου…ποια είναι η βασιλική οδός για να σε φτάσω;
Χρειάζεσαι την εκτίμηση μου, για την τροφή του ναρκισσισμού σου ή την αδιαφορία;
Προστατεύεις την ατομικότητά σου μα δεν καταλαβαίνεις πως
Δεν είμαι εγώ αυτός που επιθυμεί να σε σκλαβώσει
Υπερασπίζεις τη θέση σου ως γυναίκα μα δεν καταλαβαίνεις πως εγώ
Δεν είμαι ο Μινώταυρος που ορέγεται τη σάρκα σου
Για ποια στιγμή τελικά ζεις;                                                                       

Από ένα πράσινο κήπο στολισμένο με πέτρινα αγάλματα δεν δίνω ψεύτικες υποσχέσεις
Δεν βγάζω λόγους πάνω σε βήματα,
Δεν είμαι εγώ ο ρήτορας που θα σε εξευμενίσει για να σε διεκδικήσει
Είμαι της νύχτας το ξωτικό που μια σπονδή γέννησε το χειμώνα
Που οι Θεοί καταράστηκαν την ψυχή μου … να ζει χωρίς το άγγιγμα σου…Θε μου
Κι όλα αυτά σε μια στιγμή

Στην πρώτη ματιά … ή ποτέ…
Στη ματιά του κεραυνού στα μάτια σου                                                            

Στο πρώτο δευτερόλεπτο ή ξανά ποτέ

 Αυτή είναι η προσευχή των γλάρων που στην τρικυμία εκτίμησαν τη σιωπή 

ΙΧ

Η γέννηση της τραγωδίας,
Η πλοκή, η κορύφωση, η πτώση, ο διωγμός, η λύτρωση, ο από μηχανής Θεός
Στο χέρι αυτό το τρέμουλο του μολυβένιου στρατιώτη αστραποβροντά
Σαν τις σταγόνες της βροχής στο νοτισμένο χώμα
Χαρακωμένο από τη φωτιά στο σώμα
Στεγνωμένο, ρυτιδιασμένο τη θαλπωρή της γης ζωγραφίζει με όψιμα χρώματα       

Τρικλίζοντας,
Φτωχέ μου πρίγκιπα, ασχημόπαπο, της θάλασσας λιποτάκτη,
Γεμάτο χρώματα το λινό σακάκι σου ανεμίζει,
Τα μάτια σου πλανούνται στον ουρανό,
Ανάμεσα στις φτέρες και τις καστανιές ξεπροβάλλεις,
Και τον όμορφο τούτο κόσμο θαυμάζεις,
Στο χρώμα του φουστανιού της,
Στο ζωντανό βηματισμό της,
Στο μισόφωτο που σβήνει στα στήθια της
Πόσο ανείπωτα όμορφος είναι ο κόσμος τούτος,                                           

Πόσο σε χορταίνει και πόσο σε κουράζει!
Το σταρένιο της δέρμα, τα λευκά της δόντια
Το γλυκό της στόμα, ο λευκός της λαιμός,
Το όμορφο στήθος της!
Στο χρώμα, στο μοτίβο, στο ρυθμό
Το μπλε και μετά το γκρι και μετά το καφέ
Ο ιδρώτας στο μέτωπό της, η καυτή της ανάσα,
Ο γυμνός αφαλός της, η ξανθιά της ήβη
Και τώρα το μαύρο, η δίψα για να αδειάσει ως τον πάτο
Η νάρκη του πόνου,                                                                          

Η φλογισμένη ροδιά,
Νερομπογιά σε άσπρο χαρτί, ο βελούδινος εμπρησμός,
Στο κόκκινο αρχοντικό μέσα στο δάσος,
Το ερημωμένο σπίτι σαν πυρακτωμένη ρουκέτα, μπροστά
Στο Πράσινο του Βερονέζε
Το σμαραγδί, το μπλε και το μαβί του κοβαλτίου
Τη γαλλική σκούρα όπρα,
Στη Στοά με τις Πλύστρες
Στην κόκκινη καμινάδα της φάμπρικας που
Τα γλαροπούλια μαλώνουν,                                                                                      

Το τραμ, οι επιγραφές στο μόλο, το γαλάζιο εργοστάσιο
Τα περήφανα παγόνια, οι γυναίκες στη γιορτή, οι σκασμένες ακακίες
Τα Κουρέλια μιας ελπίδας βαμμένης στο φωτεινό χρώμα
Στο Πράσινο του Βερονέζε                                                                      

Το Πράσινο του Βερονέζε - Χ.Κ.11052000

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic