Ι
Κοιτάζοντάς
σε,
Ασημένιο βέλος
στις μνήμες μου καρφώνεις,
Υψώνεις το κονταροχτυπημένο σου μένος και με δέος
Ψηλό, τραχύ, που χλιμιντρίζει στα στενά
Ψηλό, σταχτί, τη βασανισμένη μου σάρκα καψαλίζεις
Της επιτίθεσαι, την ξεψαχνίζεις
Κοιτάζοντάς σε,
Ασημένια δόξα, δοξάζω την αλύτρωτη ώρα και τον ξινισμένο ιδρώτα
Που αλλότριες τέρψεις σου είχαν καρφώσει τη λόξα
Μια θάλασσα μαύρη να κρύψεις στον πάτο,
Και να γεννηθούν Ευμενίδες για να εγείρουν
Σκουριασμένο δόρυ που θα τρυπήσει ό,τι σαπίζει,
Καμένη η σάρκα που βαυκαλίζει
Απάνω στα άρματα
Του νόστου τα λυγισμένα χέρια,
Της λύπης τη γεύση έχουν ξεφτίσει
Τα ξωτικά ψάλλοντας τα τραγούδια της Λάμιας,
Της ξανθιάς νεράιδας
Την κόρη που οι Τιτάνες είχαν γεννήσει
Κοιτάζοντάς σε,
Δακρυσμένο κυπαρίσσι, αργοκυλάει μια θέληση καρφί
Ποτάμια και νεύρα που χουν ραγίσει
Εσένα προσμένουν
Σε σένα προσμένουν
Και υπομένουν
Και επιμένουν
Κι έχουν δακρύσει
ΙΙ
Μυρίζω
το άρωμά σου χίμαιρα
Γλυκιά ή μέθη
που μου προσφέρεις τα δειλινά
Τα στερημένα απ’ της κόλασης τα πάθη
Σαν χέλι ηλεκτρικό με καταδιώκεις, η εικόνα στον καθρέπτη σου
Απεικονίζει το νεκρό εχθρό που με πολεμάει και με κοιμίζει,
Κι η μυρωδιά που ακόμη μυρίζει, στη μύτη μου βασανιστικά
Κλώθει την επιθυμία να θυμηθώ, να τη θυμηθώ
Τη μνήμη που η μυρωδιά σου μου θυμίζει
Στα λιβάδια που τα ορμητικά ποτάμια ξεράθηκαν, κάποιες
Κομμένες τρομπέτες βράχηκαν, σιώπησαν και ξεχάστηκαν
Μόνο σκουλήκια απόμειναν ένα Θεό να προσκυνάνε
Τι είναι δεν νοιάζονται κι αλλού κοιτάνε
Το μηδέν ζωγραφίζουν
Με τ’ άδεια μάτια τους το άδειο φωτίζουν,
Με ανάσα πνιγμένη
Λίμνες κοιτάζουν, το νερό με κίβδηλα ραβδιά ταράζουν και χαράζουν
Στους άφαντους χάρτες που τα πόδια ξεκουράστηκαν
Χαρές και δάφνες, οι γιορτές των παγετώνων γίνηκαν σκόνη
Η νύχτα μόνη, παγωμένα υγρή
Σάλιο φτύνει,
Τους βράχους κράζει
Γλυκοχαράζει
Κάποιοι τσοπάνοι κρυμμένοι στο ορμητήριο τους
Ξεπηδούν, στο μαγικό αυλό φυσούν
Το τραγούδι του Πάνα, του τρανού Τιτάνα, τους ψιθυρίζει
Πως η μέθη στη μέθη πάλι γυρίζει
Και ξεσκονίζει...εξιλαστήριο θύμα την αρετήν
Η γη μυρίζει σαν χίμαιρα
Γλυκιά η μέθη που χουν ξεχάσει
Γλυκιά μέθη
Μεθάω πάλι
Καθώς ρεμβάζω στο ακρογιάλι
Και κάνω πως την καταλαβαίνω...
ΙΙΙ
Ντύθηκαν
οι εμμονές με πειραγμένες σκέψεις σε καλολαδωμένα γρανάζια
Για να πιστέψεις,
Τα άσπρα κρίνα μαδήθηκαν, γερμένη αγέλη των αγγέλων η
Επί γης ειρήνη,
Μόνο δυο λέξεις θα τιθασεύσεις
Αν τις πιστέψεις...
Να τις προσέξεις
Μπορεί γυρνώντας τους την πλάτη να μην προσέξεις,
Κι αυτές οι λέξεις να γίνουν πλάνη
Που μοιάζει με λέξεις
Μα πως θα πιστέψεις
Πως είναι της αδίστακτης οχιάς
Οι χρόνιες σκέψεις,
Από τον Άδη πηγάζουν
Σε κυριεύουν και σε προστάζουν, στον Άδη τάζουν
Να μην πιστέψεις αυτές τις λέξεις
Μα ... αυτές τις λέξεις
80
Υπάρχουν θαμμένα μες τα
βιβλία
Τα θάματα που έκαναν οι άγιοι άνθρωποι
Που τους δίκασαν οι αποτάσσοντες το Σατανά άνθρωποι και τους εξόρισαν
Και τα κάτεργα γέμισαν
Γιατί πίστεψαν πως δεν υπήρχε
Τι να πιστέψουν σ’ αυτές τις λέξεις
Που θες να πιστέψεις...
Γιατί έχεις τις ίδιες κρύες, ευσπλαχνικές σκέψεις
Μα να προσέξεις
90
Τι έχουν να σου πουν αυτοί οι διωγμένοι
Όταν ο Άλλος θα τους δικάσει
Και με κρασί τις πίκρες που τους πότισες κεράσει
Και δώσει έφεση, Αυτός που κρίνει στο δικό του δικαστήριο
Τις ντυμένες λέξεις, τις κακοποιημένες, την πλάνη
Που θέλουν και θέλεις να πιστέψεις
Να μην πιστέψεις
Να Τον πιστέψεις
«Υπάρχει Αλήθεια»
IV
Στοχάζομαι
την οργή των στοχαστών
Που ελεύθερα
στην αγορά δημόσια στοχάζονται,
Καθισμένοι σε πήλινα τούβλα που αποκαλούν ναό
Τους μαύρους πίνακες γεμίζουν σύμβολα, τα άστρα μετράνε
Ανεξήγητα φαινόμενα, μένει αναπάντητο ερώτημα η
Ανεξερεύνητη ηδονή, η ελλοχεύουσα εις μάχην
Τα όρια που θέτουν δύσπιστα εις μάτην, ξεπερνώντας τα
Πετάω μια πέτρα στο άδειο δωμάτιο γεμάτο τύψεις που θες να συντρίψεις
Κι αφουγκράζομαι τα κουρδισμένα έλατα
Που αναπνέουν ό,τι εγώ εκπνέω
Κι όμως ζουν...μπορεί το σάπιο τις ρίζες τους να τρέφει
Κι επιμένουν τη γη να αφήνουν μες το χώμα να τα
κρατά
Για να μην φύγουν, να μην ξεφύγουν
Να μην πετάξουν εκεί στα ψηλά
Ελεύθερα να ανέβουν τη σκάλα που τους στρώνει ο ουρανός
Σαν τους στοχαστές που την οργή τους στοχάζομαι στην αγορά
Κι αφουγκράζομαι
Πως δεν στοχάζονται
Μα τη γη κοιτούν, το μαγνήτη που χαλκάς τους τραβάει κάτω απ’ τη μύτη τους
Και τους κρατάει δέσμιους, όμηροι της γης,
Γλυκός ο ύπνος,
Το γάλα της μάνας τους αποζητάνε
Βουλημικά ,αχόρταγα παιδιά να γίνουνε και πάλι
Το γάλα να πίνουνε,
Τη μάνα τους ζητάνε
Κι από τη μάνα τους ζητάνε την τελευταία χάρη
Μια ζωή ξανά...
Στη γη σκυφτοί
Δουλικοί, υπόδουλοι
Της αφάνειας οι αφεντάδες
Νεκροί...
V
«Υπάρχεις;»
«Αλήθεια; Έτσι με έμαθαν να πιστεύω»
«Υπάρχουμε, γερνάμε, πεθαίνουμε»
Ζωή και
Θάνατος,
Δεμένη επίπλαστη κλωστή σε γραμμή
Μια αρχή κι ένα τέλος...ο μύθος
Κλειστή γραμμή έγινε ο χρόνος, φυλακή
Κύκλος σβησμένος, το επιμύθιο
Ο Θάνατος επικηρυγμένος
Τυφλός πειρατής, ο μονόφθαλμος βασιλεύει στους
τυφλούς
Κι με το γάντζο του θαρρείς πως σου βγάζει το μάτι
Ακούστηκε σαν προσευχή
Άπνοη κραυγή
Εγκλωβισμένη σε διονυσιακή γιορτή, στο παραλήρημα
Υπακοή...ανυπακοή
Στον Αόρατο Ένα
Σπονδή και θυσία στην αμφισβήτηση
Για τον τελευταίο των χορών
Σιγή...και αποσιώπηση
Φυγή, η έξοδος των νοσταλγούντων κωμικών
«σε τι πιστεύεις;»
«στον αναστάσιμο θάνατο»
Στους καθημερινούς μικρούς, μεγάλους
Αναστάσιμους θανάτους
Στο θάνατο χωρίς θάνατο μετά το θάνατο και πριν απ’ αυτόν
Στη γνώση από τους αταίριαστους εν ζωή θανάτους...
VI
Ποιητή
ουρανού και γης
Ποιητή της
ταλαίπωρης γης
Προσευχήσου, Παράκλητε Θεέ
Για την ανατροφή μας
Προσδοκούμε την ύστατη στιγμή
Ένα ζευγάρι κέρινα μάτια να αλείψουν την πληγή που χεις αφήσει
Μ’ ένα δάκρυ, πέτρινο γυαλί στρωμένο στο χαλί
Την ανάσταση που ξοδεύτηκε σε μια ζωή
Ανέξοδα
Ανέλπιδα
Ανάστησε το Χριστό που έχουμε μέσα μας,
Το μόνο νόημα, την αγνή ψυχή, την ατσαλάκωτη εν αγνοία
Κυβερνήτη άχρωμε, χλωμέ ουρανέ
Άδικε, αταίριαστε εν ζωή τιμωρέ
Άσπλαχνε, άκαρδε χρόνε, την αλύπητη αλμύρα
Στα χείλη που σε δοκίμασαν πότισες
Θάνατε κουτέ, μικρόψυχε,
ο πόνος κι η οδύνη
Χαρισμένη σε μια θύμηση,
Στον ανατρεπόμενο σφυγμό στο αμέσως επόμενο λεπτό
Ορατέ Θεέ, Αόρατε
Σε προσκυνώ με το μάτι καρφωμένο στην Ατλαντίδα που κατέστρεψες
Το δάκρυ σου προσμένω
Στο λαθεμένο μου γιατί σκισμένη ατολμία χοροπηδάει,
Τραγουδάει χαμηλόφωνα, φοβισμένα, πνιγμένα στη μάσκα της
Κι αν η καρδιά μου ακόμη χτυπάει
Είναι πριν, αλλά μετά σε προσπερνάει
Γαλήνη...η ηρεμία μέσα στο τούνελ με στροβιλίζει,
στο
Βασίλειο της επεξήγησης του ορθού λόγου κι όμως...
Ανέλπιδα βιώνω, αλόγιστα μηνύματα χωρίς λόγο
Συγκεντρώνω
Το σίδερο πυρώνω
Εγώ
τελειώνω
Ποιητή ουρανέ
Ποιητή Θεέ
Προσευχήσου για μας...τους πειρασμούς μας καταλάγιασε στα πάθη
VII
Καρδιά
εν αρρυθμία
Η ξεκούρδιστη
ρομβία τριγυρνάει στα άλση της αλητείας...
Ο αποδιοπομπαίος τράγος
Της αυθόρμητης επανάστασης των μικροαστικών ρευμάτων
Φλογισμένη πατρίδα χωρίς χώμα, χωρίς χρώμα, χωρίς άνοιξη
Χωρίς πατρίδα
Της γης οι βλαστοί κοιτάζουν τον ήλιο
Τον ήλιο κοιτάζουν
Κι ανθίζουν
Ζουν...πεθαίνουν...σαπίζουν, φυτρώνουν
Τα ποτίζουν,τα πατούν
Τον ήλιο τους κρύβουν
Κι όμως αυτά επιμένουν
Για τον ήλιο ζουν;
Για τι ζουν;
Προχωρούν μπροστά οι
σημαιοφόροι,
Οι λαμπαδοφόροι της επίτασης του αφορισμού
Κρατούν δαδιά σμιλευμένα από τροχό
Ξωπίσω τους τα άλογα τα γερασμένα, οι αφρισμένοι γερόλυκοι
Τα σκασμένα στο στίβο της μάχης
Τα απότιστα, τα πεινασμένα
Κι ο λαός ζητωκραυγάζει, άλαλα συνθήματα χωρίς σύνθεση κράζει
Χειροκροτεί τους νικητές που τα κορμιά τους
Ματοβαμμένα
Κείτονται σκόρπια, σχεδόν νεκρά,
Σχεδόν ζωντανά
Πάντως χωρίς ζωή, νεκροφανή
Σχεδόν νεκρά
Οι
καμπάνες θα ηχήσουν
Ντιν, Νταν, Ντιν, Νταν ξανά Ντιν, Νταν
Ρυθμικά δυνατά, με ρώμη ακόμη μια φορά μες το στάδιο
Γυρίζουν οι νικητές με τα κορμιά σκισμένα...κουρέλια φορούν...τραγιά
Ξανά Ντιν, Νταν, Ντιν, Νταν
Οι καμπάνες θα ηχήσουν
Οι καμπάνες θα σιωπήσουν
Και τότε θα σχηματιστεί στην άκρη του ματιού μας
Ένα δάκρυ, θα κυλήσει τη στερνή διαδρομή
Στο καλοσχηματισμένο μας πρόσωπο, θα βρέξει
Κι ύστερα... θα μείνει μόνο αλάτι
Ώσπου το δάχτυλο να το σκουπίσει
Και στο στόμα τη γεύση του να δροσίσει
Ροδόσταμο η γεύση που θα αφήσει η εσχάτη των
λυγμών
Κλάμα
Κλαίμε
Κλαίω
Κλαίνε
Κλάψτε!
Κλαις;
Έκλαιγες;...
VIII
Λευκό
πουκάμισο φόρεσαν οι μασκοφόροι κι από τα χνώτα τους
Καταλαβαίνεις
Πως οι Χαλδαίοι αναστήθηκαν
Έμαθαν γραφή και ανάγνωση στα σχολεία που οι Μύριοι τους κλείσανε
Και τώρα στη συναγωγή κινήσανε για να εκδικηθούν
Μορφωμένοι μέσα σ’ ένα όνειρο
Εσύναψαν εταιρεία για το εύκολο κέρδος
Πουλώντας πνεύμα και ηθική
Και τη σκάλα ανέβηκαν
Και ανέβηκαν ψηλά
Ώσπου από τα μάτια μας χάθηκαν
Αγγίξανε το στερέωμα του κόσμου και έγιναν κόκκος άμμου
Φύσηξε ο Αίολος και τους σκόρπισε στις εφτά θάλασσες
Κι από αυτούς έμεινε μόνο ένα παιδί να μας πολεμάει
Τη συνείδησή μας χτίζει και με λόγια ανίσχυρα τη ραπίζει
Καμιά συνταγή ή πανοπλία δεν τον φοβίζει...
Με το χαλκό που στο αμόνι θα ισιώσουμε
Θα σου αντισταθούμε
Κι αν όπλο έχεις πιο ισχυρό από τη θέληση, τότε
Θα σε ακολουθήσουμε μα πιο πριν στάσου για λίγο
Τον άρτο τον ευλόγησες μα από τον άρτο δεν δοκίμασες
Γιατί μας χλευάζεις απύθμενο πνεύμα;
Αλαφροίσκιωτε υποκριτή
Θα σου αντισταθούμε χαλκευμένη υπόσχεση
Τη ζωή του μέλλοντος αιώνος προσδοκούμε
Σ’ αυτή πιστεύουμε, γι’ αυτή παλεύουμε
Κι όμως ακόμα δεν τη ζούμε...
Ποια ζωή ζούμε;
Για ποια ζωή θέλεις να ζούμε;
Γιε του Χαλδαίου,
τύραννε
Και σκλάβε της πειθούς
Με γόρδιο δεσμό μας έχεις δέσει...
Σ’ εκείνα τα χρόνια τα σκοτεινά μετά τη γέννησή
σου
Μας έγινες συνείδηση
Ύλη δεμένη με την ύλη
Ψυχή φτιαγμένη από τη ψυχή
Μα αυτή ακόμη η ανθρώπινη συνείδηση και σε σένα δόθηκε
Μπορεί να κρύφτηκε στην ύλη μα από την ύλη δεν προήλθε
Κι είναι κτήμα μας ... και προϋπάρχει
Και μεταδίδεται
Το μάτι που αντιλαμβάνεται πως βλέπει
Κοιτάζει
Έχει ταυτότητα
Και ανασηκώνεται
Στην πόλη που ονόμασε: Συλλογική Σοφία
IX
Και
είπε ο Κύριος:
«Μακάριος ο
απωλέσας την ψυχή εν μέσο αγωνιών,
Ίνα αναστηθεί μετ’ εμού κι ακολουθήσει εμέ στην βασιλεία των ουρανών»
Ο φωτισμένος μύστης που
ευαγγελίζεται την πενία των στοιχειωμένων
Συμφορών, κέρδισε την εξουσία στα χαρτιά με μια υπαναχώρηση
Απ’ όλες τις πληγές η σιωπή να είναι η πιο ηδονική,
Αυτή που αναδιπλώνεται στον αέρα της πλίθινης
λήθης,
Κι αυτός ο αέρας ακόμη ξερός, μολυσμένος, τον αναπνέετε με δυσκολία
Ο έρωτας γεννιέται στα κύματα και τον παρασύρει η ανεμελιά
Στο αγριεμένο μέλι της μέλισσας που τον βαφτίζει
Κι ολόκληρο το τέμενος θησαυρίζει, στην κάθε μέρα της επετείου
Ένα ξεχασμένο επιτελείο χαριεντίζεται στην άκρη της λεωφόρου,
Κουράζει τα μάτια η σκόνη από το λεφούσι που βιάζεται να ξενιτευτεί
Για μια κουλουριασμένη λεβεντιά, την αυτοαποκαλούμενη ψευτοπαλληκαριά
Λες και τους το ζήτησες
Για μια στιγμή ξεραίλα
Την άλλη στιγμή υδροφόρες εξάρσεις παρεμποδίζουν
την ανατροπή
Κι η απογοήτευση προσκαλεί σε συμβιβασμό με το επιτηδευμένο τραστ των
πρωτοτόκων
Ακούω μια φωνή, καθώς η θεοποιημένη αναλγησία αντηχεί
Εις το πρώτον μπαλέτο
«Το ήδιστον»
Κι ανέκαθεν
Κι εφεξής κάθε στροφή, σε κάθε στροφή μια ακροβασία
Η ταλάντευση των αχθοφόρων, των ταπεινών και το πλείστον
Η ακριβής σκόπευση σε μαγεμένες πλατείες
Εκεί που συχνάζουν οι μπουρζουαζίες ντυμένες στα πορτοκαλί
Νικηφόρε,
Γέμισε ο ουρανός σημαίες
Οι φωνές κάποτε θα σβήσουν, ξεμπροστιάζοντας τα λοιδορούντα παιδία
Κι αν η φήμη τους ξεθωριάσει, εσύ λοιδόρησε το πνεύμα τους
Να επιμένεις να στοιβάζεσαι στα θρανία
Τόλμησε
Να ονειρεύεσαι
Στη μέση του ονείρου
Στη μέση του απείρου
Να ονειρεύεσαι, όπως Εκείνος...
Ανάμεσα σε δύο όνειρα,
Ανάμεσα σε δύο κόσμους η σχισμή και το φως ναυαγός
Η ανόρθωση των παλιννοστούντων λαθρεπιβατών
Των πρωτοσύγκελων βλεμμάτων
Η ασύνειδη συνείδηση
Εσύ και το όνειρο κι Αυτός
Μέσα στο όνειρο, η πλώρη της τριβής
Η πόλη της συντριβής
Κι από κάτω οι αλιείς, που σου απλώνουν δίχτυ
Ατσάλινος ιστός φουντώνει και σε περιβάλλει
Χωρίς αιτία, κυνηγημένο από την ανθρώπινη απελπισία, την αγωνία που
Ξεπροβάλλει με αηδία
Γι’ αυτό που κοιτάς
Επιτέλους κοιτάς
Κι αντιλαμβάνεσαι πως στο σκοτάδι ονειρεύεσαι και ζεις
Διάλεξε εσύ ποιον αδελφό θα θυσιάσεις
Έτσι μίλησε ο απωλέσας
εν μέσο των ανθρωπίνων παθών τη ζωή
Και αναστηθείς κυριάρχησε στο θάνατο της σάρκας μετά της πίστης του
Στον αιώνιο ύπνο: το χρόνο της μισαλλοδοξίας
X
Ένα
γιατί
Επειδή δεν θα
υπάρχω αύριο
Επειδή δεν θα υπάρχει αύριο
Επειδή υπάρχει μόνο το σήμερα κι αυτό είναι το μόνο που ξέρω
Το κουαρτέτο των
στεναγμών ηχεί στα αυτιά των παράξενων πλασμάτων
Της εκδικητικής ατολμίας των απανταχού βεζίρηδων
Χωρίς βασιλεία, χωρίς ανθρώπινη εξουσία
Παρά μόνο με βία
Χωρίς βία στο σώμα, παρά μόνο ασκητική, το
πνεύμα της αντιλογίας
Μοναχισμός, εξαναγκασμός σε ενδοσκοπικό εξαναγκασμό
Παρορμητική τάση για εξιλέωση σε άγνωστα πεδία
Εκεί που κερνάνε την αγωνία στο σωρό κι ικανοποιούνται
Οι κλέφτες της ανωνυμίας, πέρασαν στη ζούλα
Τα ματωμένα ούλα από τις γροθιές τους,
Τα σπασμένα τζάμια σε γυαλιστερά βιβλία που δεν μπορούν
Να κατανοήσουν την τραγωδία
Κι όμως...
Με στήθια ανοιχτά, τη λύτρωση καρτερούν στον από μηχανής Θεό
Ένα γιατί
Επειδή δεν θα υπάρχει αύριο
Επειδή ξέρω πως δεν θα υπάρχω αύριο
Επειδή μετά το θάνατο μου...δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω...
Σε μια παλέτα ξύλινη, τα
πινέλα μου βάφω
Τα ξεβάφω, σε όνειρα μενεξεδένια, σε μέρη και βασίλεια φιλντισένια
Αγνά
Παρθένα
Ένα χαμόγελο αναζητώ
Το χαμόγελο μου σκορπίζω στα μόρια του αέρα
Κι αν το αντικρίσεις
Να το πιστέψεις
Έτσι απλά
Χωρίς σκέψη...
Ή δισταγμό
Χωρίς γιατί
Γιατί δεν υπάρχει αύριο
Γιατί δεν θα υπάρχω αύριο
Γιατί είμαι εδώ...σήμερα...και δεν επιθυμώ να ξαναγυρίσω
Η Εσχάτη των Λυγμών
-
Χ.Κ.01052000 |