Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική


Κανονικά δεν πρέπει να μιλάμε για τούτα τα θέματα

Θα περίμενε κανείς από μια βόλτα στην εξοχή, ένα ανοιξιάτικο πρωινό σαν και κείνο με δροσερό αεράκι και έναν ολόγιομο ήλιο στο κατόπι, να ήταν διασκεδαστική

Εκείνη τη μέρα όμως η Λένα δοκίμασε μια περίεργη αντίδρασή μου

Ήμουν ωχρός και πελιδνός σαν το φρούτο που έπειτα από μια ώρα που κόπηκε από το δέντρο και ξεχάστηκε στο πιάτο, ξεραίνεται και τελικά πεθαίνει

(Αν ήμουν φρούτο τι γεύση να χα; Μα αυτό είναι μια άλλη υπόθεση)

Δεν μπόρεσα να της εξηγήσω την διάθεσή μου κι έμεινε με τα μάτια βουρκωμένα να κοιτάζει το κενό

Σκέφτηκα πως θα μπορούσε να κοιτάζει τις πεταλούδες που πολύχρωμες ζητιάνευαν λίγο χρόνο παραπάνω πριν γείρουν μονοκόμματα στο έδαφος

Ίσως να την ενδιέφερε περισσότερο μια συστάδα δέντρων παρακεί σε σχήμα όμικρον που στέκονταν αγέρωχα καταπράσινα ως μια πύλη προς έναν κρυμμένο παράδεισο

Θα μπορούσε να διεισδύσει με το βλέμμα της τον πράσινο κλοιό και να εξερευνήσει το μυστικό του

Εγώ όμως ήδη ήξερα πως πίσω από καθετί χρωματιστό ... υπάρχει ένας βάλτος

Ήθελα να της χαλάσω τη διάθεση, το ομολογώ

Δοκίμαζα, αντικρουόμενα συναισθήματα να νοιώσω

Ήθελα να τη βασανίσω, να την εκδικηθώ

Να την δω να σπάει, να πονάει, να κλαίει και να χτυπιέται

Ήθελα να με ικετέψει να γυρίσουμε πίσω...

Το Παρίσι ήταν μια ψυχωτική πόλη κι ας ήταν γεμάτη ρυθμό και ζωή

Από την άλλη ήρθαμε εδώ ύστερα από έναν καυγά για να αναζητήσουμε τι άλλο, χρώματα για έναν νέο πίνακα...μια ευκαιρία να βρούμε το μπλε του κοβαλτίου

Βλέπω έναν κότσυφα να ανοίγει φτερά

Αχ! Τι μελωδία και τι άρωμα εδώ στας εξοχάς

«Χαίρομαι που έμαθες να ακούς», είπε, «μα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν απαντάς»

Τότε γύρισα και την κοίταξα ευθεία μέσα στα μάτια

Αν δεν ανησυχούσε, τότε στο πρώτο μας βλέμμα θα είχα φύγει χωρίς άλλη σκέψη

Μα ήξερα πως μπορούσα μ’ αυτόν τον άνθρωπο να φτάσω κάπου

Η πλούσια κόμη της απλωνόταν στο στήθος και στους ώμους

Μύριζε χαμομήλι

Αλλά στα μάτια της υπήρχε ακόμα αυτή η σπίθα του τοξότη που χωρίς βέλη δεν μπορεί να τιθασεύσει το λιοντάρι

Κακά τα ψέματα

Μακριά από τη γη των πατέρων μας ... αυτός ο έρωτας μπορούσε να σπάσει ανά πάσα στιγμή

Άραγε αυτό σκεφτόταν κι εκείνη;

Μου πιάσε το χέρι για πρώτη φορά μετά από ώρα

Με χάζεψε για λίγο

Και τότε έσκυψε το πρόσωπό της και μου ψιθύρισε

«όλοι περιμένουν πως και πως την υπαναχώρηση. Εσύ όμως ... τι θα κάνεις;»

«δεν ξέρω...εσύ τι θα κάνεις;»

με κοίταξε επίμονα

«δεν με γύρευες;»

«όχι, κάτι με κάλεσε καταδώ. Με κάλεσες; Πρέπει να με κάλεσες. Τι κάνουμε εδώ πέρα...είναι νύχτα»

μ’ αγκάλιασε σφιχτά με τα λεπτά της χέρια

«ναι, είναι νύχτα ... σύντομα θα ξημερώσει»

Έλεγα να περιμένω ωσότου ξημερώσει...

 

 

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic