Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική


Χάιδεψα καρτερικά βαμμένες άδειες πόρτες

Αδαής ως ήμουν, νόμιζα πως τα δωμάτια θα γέμιζαν με κόσμο αρκεί να έμενα βουβή

Θυμάμαι είχες πει: θα έπρεπε να ακούγεται η σιωπή...

Δεν ρώτησα κι έτσι ένα πρωί μάζεψα ξεκούρδιστες ρομβίες, κουμπιά ξηλωμένα και στίχους σπασμένους

Ένα κουβάρι τα κάνα και τα έθαψα στους κήπους της Λυών

Την άνοιξη χανόμουν μέσα σε καπνούς και αισθήσεις ανεξερεύνητες για ώρες

Πνιγμένη από ροδόξυλα και μιμόζες, κρίνα και άνθη μανταρινιού

Ώσπου βράδιαζα έξω ξεχασμένη στα πάρκα

Οι δρόμοι ρυτίδιαζαν από το τσιμέντο

Η δομή τους έτριζε…σαν θεμέλιο ξένο, ροκανίζοντας τη ρωγμή
Τότε ήταν που χώρισες κι εσύ κι έτσι μπόρεσες να χωρέσεις σε ένα παραμύθι

Στήλη άλατος έμεινες όταν στριφογύρισα το φουστάνι μου στη γιορτή

Άγγελοι και στρατιώτες πιάστηκαν χέρι χέρι κι όταν μπόρεσες να διώξεις τη σκόνη

Ρυθμικά και σε χρόνους πλαστικούς έκρινες με αποδοκιμασία την αμφίεσή μου

Ανίερες και ιερές ίριδες σε ξάφνιασαν φιλτράροντας τη λάμψη

Ήλιοι υπερπόντιοι και πληθωρικοί, λαμπροί

Σαν ήλιοι στιβαγμένοι σε όνειρα πλεγμένα με γόρδιους δεσμούς και χάντρες

Εκεί κοντοστάθηκα στο πέρασμα της γέφυρας που χτίσαμε παιδιά

Κορίτσι ήμουν εγώ κι εσύ το αγόρι της βροχής

 

Το τραίνο γλίστρησε στις ράγες πάνω σε προκαθορισμένη πορεία

Lille, Rouen, Orleans, Nantes

Πέρασε έξω απ΄το Παρίσι μα δεν σταμάτησε

Έψαχνε τη θάλασσα και γω δυο κορμούς δέντρου για να πιαστώ

Γη και χώμα με έτρεξαν στο κατόπι

Αίμα και φως με πότισαν ντροπή

Σαράντα κύματα με ξέβρασαν σε παράκτιες εκθέσεις

Ανυπακοή θα το έλεγες εσύ

Μα δεν τράβηξες μια φωτογραφία για να αποθανατίσεις τη στιγμή

Τότε που χορεύοντας στα φύκια...γυμνοί

Ξαπλωμένοι στην θρασύτητα του φαίνεσθε

Ανίσχυροι

Σχεδόν νεκροί

Θέλησα να αγοράσω την ανάστασή σου...


Σωστά το άκουσες, μη μου μελαγχολείς
Την ανάστασή σου
Είδες ποτέ σου θαύμα να μου χάλασε χατίρι χωρίς παζάρια ;

θα ΄δινα πίσω όσα κέρδισα ντυμένη ως γοργόνα
και θα γυρίζαμε πεζή στο σπίτι

Θα ξάπλωνες εκεί, στη συνέχειά σου ...
Θα ΄γέρνα κι εγώ, μεθυσμένη
Κι αφού βεβαιωνόμουνα πως έχεις αποκοιμηθεί
Ήσυχος από τις μνήμες

Βουρκωμένος, σαν παιδί που αφέθηκε στο χάδι της μητέρας του...

Θα το ΄ριχνα σιγά-σιγά
Σε μία τρελή ονειροπόληση

 

Από όλες τις στερήσεις ... θα τρόμαζα ... αν σ’ έχανα

 

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic