|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Ψιθυριστά σιγοέρχεται τ' αγιάζι το πόμολο μιας πόρτας κοιτάζω σιωπηλός επισκέπτης ακάλεστος μες το χειμώνα... στον άγριο καιρό κοιτάζω τις αιχμές των αρχαίων δοράτων με κάποιο δέος ανέλαβα προς το υποθηκοφυλακείο των απωλειών το δικό σου χρέος να εξοφλήσω η πατρίδα μου δεν χωρά σε μια βαλίτσα νοσηλεύεται στο βάθος του διαδρόμου εκεί που ακούραστα εργάζεσαι ενώ τα τύμπανα κορυβαντιούν για την αρρώστια, τη σειρά τους ζητάνε Ήσουν όνειρο κι ελπίδα στη σκαμμένη τη γωνιά τα χέρια σου είναι παράξενα κλειδιά μιλούνε και σωπαίνουν και ρωτάνε με δίχως αντοχή και δίχως χρώμα αθέλητη πληγή στο παραθύρι τα όνειρα τα τρύπια, τα θολά σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι όλο μέλι και δροσιά Το ηλιόφωτο που έρχεται από εκεί είναι φορτωμένο με τα μάτια σου κι εγώ σε ψάχνω στις ρωγμές του φεγγαριού σε ψάχνω στις ροές του στεναγμού την ώρα που διψάει το δειλινό... για ένα ρίγος στο κορμί της σιωπής Είσαι μια πληγή στο στήθος της ομίχλης είσαι ένας κόμπος στο λαρύγγι της βροχής που μέσα του βούτηξα και χάθηκα Σε συνάντησα στο ύφος των καιρών ενώ βάδιζα τα ρείθρα του χειμώνα ακολουθώντας τους προσηλυτισμένους ακροστάτες σπονδή στο θεό της καθέλκυσης και της Μυρσίνης γιος σου έγινα παιδί στερνό κυκλάμινο πικρό και τώρα εφάπτομαι στα φέρετρα των φύλλων στα πόμολα των έρημων σπιτιών πέρα στο πέτρινο γεφύρι ανάστροφα στα μάτια σου εφάπτομαι σαν πλανόδια βροχόπτωση Ξενύχτησα οδεύοντας ανάμεσα στις θάλασσες, στους καταρράκτες, στο βυθό κι ανάμεσα στα δάκτυλα του ανέμου ανάμεσα στων όμβρων τα μαλλιά ανάμεσα στους κόλπους της βροχής κι ανάμεσα στο ξέγυμνο το κύμα ντυμένη με της φάμπρικας τις κλωστές τα μάτια σου φώτισαν τη σιωπή Τη δική σου νύχτα οσμίζομαι από τότε στη σύνοδο των άστρων της λεύκης να σου κλέψω ένα φύλλο θέλησα λίγη γύρη σου γυρεύω τι σου γύρεψα; τι θα πεις τώρα; τι σκέφτεσαι; μονολογείς; ένα δάκρυ κύλησε με σκέφτεσαι; Αν τα βήματα με φέρουνε κοντά σου ξανά ψιθυριστά σαν το αγιάζι στο πόμολο μιας πόρτας κι ανάμεσα στα δάκτυλα του ανέμου ανάμεσα στις ροές των υδάτων που ζωγραφίζουν το μέτωπό σου κι ανάμεσα στον ιδρώτα που τρέχει στο σφίξιμο των χειλιών
να μην γελάσεις η πίκρα επειδή όλα τελειώνουν κάποτε η στενοχώρια που όλα τα είχες φανταστεί πιο όμορφα η γοητεία της ανακάλυψης νέων καταστάσεων σαν σημάνει εννιά σκύψε στη γη και σαν τον Ερωδιό εγκατάλειψε τη μνήμη... σ’ αυτό τον τόπο οι αλήθειες σου ματώνουν... γιατί κανείς δεν νοιάστηκε ποτέ κι εσύ οχύρωσες τη ζωή σου στην εφησυχασμένη ρουτίνα τώρα το λαμπρό σου μέλλον είναι μια λέξη μόνο: «Επιβίωση» Σαν σημάνει εννιά θέλω αυτό να θυμάσαι ας τελειώσουν οι υπεκφυγές ας τελειώσει το θέατρο Τίποτα δεν γεννιέται χωρίς έρωτα Τίποτα δεν αλλάζει χωρίς αγώνα |
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |