|
Ενώ
μπορούσα να πηγαίνω ακόμα στις αυλές τους
Και με τις άκρες των δαχτύλων μου να αγγίζω τις ουλές
Ενώ μπορούσα να περπατώ έξω από την πόρτα τους χωρίς να χτυπώ
Και με τα αυτιά τεντωμένα να αφουγκράζομαι τη δυστυχία
Ένοιωθα ένα παράδοξο τρεμούλιασμα στο χείλος
Μια αναπαίσθητη οδύνη για τη σιωπή
Ένα χελιδόνι λαβωμένο από αιματίτη
Τσακισμένα φτερά που λίγο πριν κοπούν φτερουγίζουν
Σαν να θέλαν να μην πενθώ για το κακό που τα βρήκε
Σαν να θέλαν να με αποχαιρετήσουν πριν φύγουν για πάντα από τη ματιά
Και τότε μόνο μια θύμηση στερνή μπορεί να τα πηγαινοφέρνει
Ένα ταξίδι αδιάκοπο στις φλέβες του μυαλού που δεν καταλήφθηκαν από την
αρρώστια
Απροσδόκητη σύρραξη επενέβη κάτω από μια ροδιά, ένα απόσταγμα μέθης, γλυκό
σα νέκταρ
Πικρό σαν την αμαρτία που έφεξε εκείνο το πρωινό ... στο νησί ... που
νοστάλγησα ... εσένα
Αν ήμουν μικρό παιδί ... ακόμα ... κι αν μπορούσα να περνάω έξω από την
αυλή σου
Και με τις άκρες των δαχτύλων μου να βάφω στον τοίχο τα χρώματα του νου
που σε έπλασα
Αν ήμουν εγώ εκείνο το παιδί ... ακόμα ... κι αν μπορούσα να περπατώ
έξω από την πόρτα σου
Και με τα αυτιά τεντωμένα να ακούω την ανάσα σου να εκπνέει στην αλμύρα
της θάλασσας που σε βάφτισε Κίρκη ή Μέδουσα
Ίσως να γυρνούσες να μου ρίξεις μια ματιά
Ίσως να σε έκανα πουλί δυνατό που μπορεί να κοιτάξει τον ήλιο ευθεία στα
μάτια
Και με ένα ατίθασο βλέμμα και θράσσος περισσό να σκίσει τον ουρανό, να
βρέξει τα σύννεφα και να χαθεί στο απέραντο κενό της ανυπαρξίας του
Όλα ήσαν μάταια στο δρόμο της Ιθάκης
Ακόμα κι αυτή η ίδια η Ιθάκη δεν ανακαλύφθηκε ποτέ
Καλύφθηκε νωρίς με νωπό χώμα και μυρολόι από μαυροφορεμένες χήρες
Ήταν γιορτή τότε που σε αντάμωσα ψυχή μου
Έβρεχε λάσπη μα και καημό
Δεν άντεξα να σε βλέπω να κουρνιάζεις στο παραπέτασμα της σκιάς σου
Σκιά μου ήσουν
Σκιά σου γινόμουν ... κι όσο μάκραινες ... δεν σ’ έφτανα κι ας μάκραινα κι
εγώ
Σου
χάρισα την ελεύθερη σκέψη κι εσύ μου δώσες για αντάλλαγμα μια σκέψη σου
Ενώ μπορούσα να χαρίζω απλόχερα τη χαρά και το δάκρυ
Ενώ μπορούσα να είμαι εγώ το λεπίδι στο κοφτερό σου στόμα
Ενώ μπορούσα ...
Δεν μπόρεσα να σταθώ στο ύψος του ιδεώδους παραλογισμού και να κοπώ
Τουλάχιστον ματωμένος από τα χέρια μου ... ξεχειλίζω λήθη και αναλήθεια
Έχω χωρίσει σε δύο κόσμους
Ένα βέλος με φλόγισε και έκαψε την ελπίδα μου για πάντα
Συνάντησα τη ζωή μα δεν την έζησα γιατί δεν μπορούσα να χαρώ το χρόνο της
Προτίμησα να αρπάξω
Στο πλιάτσικο ρίχτηκα
Κι όταν έμεινα μόνος ... χωρισμένος στα δυο
Συνειδητοποίησα πως αυτός που προσπαθούσε να νουθετήσει τη λάμψη των
αγγέλων
Δεν ήταν Θεός
Ήταν ένας μικροπρεπής ... ανθρωπόμορφος κοριός
Σκουλήκι ... υπόλλειμα του διωγμού της πιο ανυπόφορης μορφής ζωής
Το παρείσακτο εγώ μου
Ενώ
ήμουν ο ίδιος
Ενώ μπορούσα να είμαι κάτι άλλο
Προσπαθούσα να αποφύγω τη στεριά
Σαν να μην έβρισκα λιμάνι διαφυγής στη γη
Στο χώμα που με γέννησε και πότισε με το αίμα της η μάνα μου
Δεν θα μπορούσα να είμαι αχάριστος για το δώρο της
Τιμώντας τις μνήμες μου και τη μικρότητα του είναι μου
Αποστήθισα μερικές αράδες
Γνώρισα χαλεπούς αραπηδες
Κι έγινα η ατραπός της συμβουλής
Παρωχημένο καλώδιο σε ηλεκτρικό φορτίο που συσσωρεύτηκε
Σπούδασα τη σοφιστεία κι έγινα ο χαλκός που έκαψε τη Βίβλο
Αναθεμάτισα τα θυμιατά και την παραδοξολογία
Κι έτσι μόνος ... χωρίς θρησκεία ή ιερό
Παραδόθηκα στη φλόγα
Τουλάχιστον νόμιζα πως ήξερα τι θα καιγόταν
Ουρλιάζω
...
αριστερά
μας η θάλασσα
δεξιά μας το μαντρί
κόψτε ένα τσαμπί σταφύλι
πλύντε το με το σάλιο σας
στεγνώστε με το χνώτο σας
και τώρα
ας δοκιμάσουμε μαζί τον καρπό
...
έξω από
την πλατεία που σε συνάντησα, μαζεύτηκε κόσμος
πλημμύρισε η πλέμπα των αστών και των μικρών τις βιτρίνες
κάποιος σκέφτηκε να φωνάξει δυνατά μήπως ακούσω
βγήκα απρόθυμα στο μπαλκόνι νωρίς
στεκόμουν γυμνός και με το ξίφος μου ατένιζα τη σκόνη
μπορούσα να πετάξω μακριά και να φτύσω στα μούτρα τους δήθεν
προτίμησα όμως να αρθρώσω ένα λόγο:
αδέλφια
που χάσατε το δρόμο
αδέλφια που ψάξατε μα κουραστήκατε
αδέλφια εσείς που τη μήτρα που σας γέννησε τιμήσατε
ας πάτε να πνιγείτε
δεκάρα δεν μου καίγεται για σας
κι όσοι από σας βολεύτηκαν στου πολέμου τη μαζική αποδοχή
μαραζωμένοι θα μείνουν
κι όσοι από σας μίζεροι γεννήθηκαν μα επιθύμησαν την λαμπρή αποδοχή
απομυζούν γερασμένοι στην αγωνία τους
Ουρλιάξα
...
Ουρλιάζουν ...
Ουρλιάζω
...
τότε μου
πέταξαν τα κόκκαλά τους
και ενωμένοι χέρι χέρι σαν ένα ραβδί
τραγούδησαν για το μαυσωλείο της αγάπης που στενάχωρα πορεύτηκε στην
καταδίκη
και εξαφανίστηκαν ξερνώντας χολή
Πονάω μα
τον πόνο μου αντέχω
Πονάω όμως πολύ και όλο τρέχω
Τρέχω και δεν φτάνω την πόλη που με διώχνει
Σκίζονται οι φλέβες μου σε αλήτικες γειτονιές
Το δέρμα μου αλλάζει
Αλλάζω
Εγώ αλλάζω και γίνομαι αυτό που φοβόσουν : κακέκτυπο της ελαιογραφίας του
Γκόγια
αν έρθεις καταδώ ένα δειλινό χωρίς βροχή μα με αέρα δροσερό και στα χείλη
μου φυσήξεις αγέρωχη πνοή κρυστάλλινο τραγούδι σαν ψελίσσεις ίσως μπορέσω
να ξαναδώ τον ουρανό και έναν ήλιο χρυσό ή γαλανό να με γλυκοκοιτά ... στα
μάτια σου ...
αν
έρθεις καταδώ ...
αν ξανάρθεις ...
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]
|