|
Πάλεψα
με τις ευχές, τα δισκοπότηρα έσπασα και τα λύτρα που ζήτησαν ξεπλήρωσα με
αίμα κόκκινο, πηχτό κι αρρωστημένο
Κόντεψα στις απότομες πλαγιές τις σάρκες μου να σκίσω και απ' την ντροπή ζήτησα
μια ευκαιρία ακόμα
Φίλεψα φίλους και εχθρούς με το γλυκό ποτό της νοσταλγίας του πριν και του
ποτέ και τους αρνήθηκα
Τους μέθυσα κι εγώ ζαλίστηκα μες στις θυμηδίες της νάρκης του πόνου
Μήδισα
Γυμνώθηκα
Γαντζώθηκα στα καρφιά της λήθης του εγωκεντρισμού
Αποτάχθηκα τον Κύριό μου Σαβαώθ
Έτσι με πέταξαν μπροστά σου
Σε σένα κριτή της συνείδησης και της αυτοπειθαρχίας
Στα λιοντάρια Βασιλιά και στους ανθρώπους Δυνάστη της πειθούς και του
καταναγκασμού στην αλήθεια
Αρχηγέ στον πνιγμό της υποκρισίας
Πρωτόπλαστε Πολεμιστή στον ενταφιασμό της αχαριστίας, της αδιακρισίας,
της υποταγής στα πνεύματα της κάθεξης και της αναλγησίας και του
ψεύδους και της οργής
Στο θάνατο της ευαισθησίας ... Ζωή σε βαφτίσανε
Και στον κόσμο μου έδωσαν το όνομά σου για να σε αναγνωρίζω εφεξής και
τώρα και μετά
"Μαρία Π. Αμαζόνα της Λεγεώνας των Ευγενών και των Ατρείδων..."
Ευγενής και σεμνή, απλή και τρυφερή
Όμορφη η Κόρη του Ήλιου και της Νεροποντής
Βροντή στο μυαλό και στην παρορμητικότητα, στην ανεμελιά σπαρτό, της
Άνοιξης παιδί χαμογελάς και τον πάγο που κόλλησα με ένα νεύμα σου λυώνεις
χάθηκα
μέσα στην ξηρασία της γύμνιας μου
πόνεσα στη μοναξιά
έκλαψα για όλες εκείνες τις στιγμές που ήμουν σε απόγνωση
μακρυά σου...και δεν σε μύριζα
μακρυά
σου...δεν λυτρώθηκα
δεν θέλω να ζήσω άλλο
μακρυά σου...
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]
|