|
Γι’ αυτό
το άγνωστο συναίσθημα, που η γλυκιά του πλήξη με διακατέχει
Το όμορφο και σοβαρό όνομα της θλίψης
Το πλέριο, το εγωιστικό, που με κάνει να ντρέπομαι σχεδόν
Γι’ αυτό το κάτι που αναδιπλώνεται μέσα μου, εκνευριστικά, απαλά
Που με χωρίζει από τους άλλους
Οι ίδιες μου οι διαθέσεις μ’ έκαναν να παραδεχτώ τούτη την κατάσταση
Ήμουν ένας άντρας λίγο ανάλαφρος, καλός, περίεργος για όλα, που γρήγορα
κουραζόταν με όλα
Δεν κόπιασα καθόλου να φτάσω ως εδώ, βγαίνοντας από μια σπηλιά που μες την
πλήξη μου φαινόταν πάντα τόσο γοητευτική
Καθώς άρχιζε να θαμπώνει ξεχασμένη σ’ ένα μικρό ακρωτήρι πάνω στη θάλασσα
Η ευγένειά της έφτασε στο σημείο να ρωτήσει αν δεν ήταν οπωσδήποτε καθόλου
κουραστική που κοκκίνιζε και μαδούσε μέσα σε αφόρητους πόνους ηδονής
Προτιμούσα πολύ περισσότερο τους φίλους, που γενικά ήταν χονδροκομμένοι,
απασχολημένοι πολύ με τον εαυτό τους, με τη νιότη τους προπάντων, δίχως να
μπορούν να δικαιολογήσουν το δράμα τους ή ένα πρόσχημα για την πλήξη τους
και μου έδειχναν μια τρυφερότητα πατέρα κι εραστή μαζί
Δίχως να μπορεί να ξεμακρύνει, τη βοήθησα να βγει στ’ ανοιχτά και μέσα από
τα γέλια μας έμαθα σε μια ομορφιά που μου δίνε εμπιστοσύνη
Ένοιωθα ανόητος απέναντι σε άτομα που τους έλειπε έστω και κάποια φυσική
χάρη, κάτι σαν απουσία, ένα είδος ενόχλησης
Η παραδοχή τους μου φαινόταν μια προσβλητική αναπηρία
Γιατί άλλο να επιδιώκω από το να αρέσω;
Κι έτσι μόλις πρόσεξα τη νευρικότητα της υπεραφθονίας μου
Χωρίς άλλη διάθεση για κατάκτηση ή γεύση για επιρροή
Φευγαλέα ομολόγησα την ανάγκη μου για να καθησυχάσω τον εαυτό μου
Ο δρόμος αυτός αν και περιφρονούσε την κάθε υπερβολή, περιορίζονταν απλά
να μην την κρύβει από μένα
Η γεύση της απόλαυσης, της ευτυχίας, αντιπροσωπεύει τη μοναδική συνεκτική
πλευρά του χαρακτήρα μου
Ξέχασα τον χαμένο καιρό, τις παύσεις του χρόνου και τα καθημερινά
αισθήματα
Κι αφοσιώθηκα να φαντάζομαι μια ζωή χυδαιότητας και αίσχους
Ήταν ένας θαυμάσιος υπολογισμός
Γιατί να αποφεύγω τη φαντασία μου;
Τον μόνο υπερβολικό κυνισμό απέναντι στα ερωτικά ζητήματα …
Καραμελόχρωμα ...
Το χρώμα της γλυκιάς καραμέλας ζωγραφίζουν τα χείλη σου...
Φίλιωσα
με τις πέτρες
Αντάμωσα πόλεις εξαφανισμένες
Κιτρίνισαν τα πανιά και το χρώμα ξεθώριασε στα αμπάρια
Κι απ’
το απέναντι παράθυρο μου χαμογελάει αυτό το άγνωστο συναίσθημα, που η
γλυκιά του πλήξη με διακατέχει
Πως μπόρεσες να αντέξεις το σκοτάδι μου;
Θα με κρατήσει κοντά σου όλη μου τη ζωή …
Σιωπή … πολύ όμορφες ευκαιρίες
Πολλές όμορφες ευκαιρίες ...
Γελούσαμε μαζί, τεμπελιάζοντας, όλο ευγνωμοσύνη
Θα τα ξαναβρίσκαμε άραγε ποτέ, όπως τούτο το καλοκαίρι, μ’ αυτή τη λάμψη,
μ’ αυτή την ένταση που τους έδιναν ο φόβος κι οι άλλες τύψεις …
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]
|