|
Τόσο
βαθιά σε κοίταξα
που σκίστηκαν οι πόρτες της ψυχής σου
ανοίξαν χαράδρες μεσ' στο Σύμπαν
για να περάσει το βλέμμα μου
κι έφτασε λίγο απ' το καφέ των ματιών σου
για να ντύσω τα ξεραμένα δέντρα όλων των στείρων φθινοπώρων
στην άγονη γη που χωρίς ερώτηση με γέννησε μια άνοιξη
Τόσο
βαθιά σε κοίταξα
που αναποδογύριζαν τις τσέπες τους οι άγγελοι
μήπως με βρουν
αλλά τους έπεφταν άστρα
και οι ψαράδες μεσ' στα δίχτυα τους δε βρίσκαν
παρά μονάχα φύκια και λίγα λόγια ξεχασμένα απ’ τους πολλούς
λειωμένο ασήμι του βυθού που κάποτε
μαλακώνει περισσότερο από την πίστη που μας θέλησε μαζί
Τόσο
βαθιά σε κοίταξα
που ξεφυλλίζοντας στρώσεις από ηλιοβασιλέματα
δε θα ξανάβρεις τα μάτια μου μέσα στον κόσμο
καρφώμένα στην άβυσσο του Παραδείσου βρίσκονται
κι από κει κρεμασμένα
ένα δάκρυ σου γυρεύουν
μια στιγμή πριν τα βλέφαρα ανοιγοκλείσουν
για να δεις
πως τόσο βαθιά που σε κοίταξα
χάθηκα μέσα σου .................
Σήκω
Ψυχή μου, σήκωσε τα περήφανα χέρια σου και δεήσου
να γίνεις ένα απ’ τα πολλά τα ανείπωτα μυστικά της,
να μη σ’ αγγίζει η ελπίδα,
όπως τ’ ανήλια της αβύσσου η αχτίδα για τα πρόσκαιρα πούνε για σένα ξένα
παρά μόνο η σκέψη ... κάποτε στο άσκοπο πέταμά της
να βρίσκεις όλα που πόθησες, τα ωραία τα στερημένα
Αγάπα
με, με το πάθος που ζητάς να πάρεις
Το αισθάνθηκες με πόνο
Το ξέρω
μα το βλέμμα αλλού δεν γύρισες
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ!
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]
|