|
Άγνωστες
λέξεις, πόλη άγνωστη ... (άνθρωποι ...)
Κτίρια γκρι, δρόμοι γκρι ... (ουρανός ...)
Ανώνυμος χωρίς νομή, αθόρυβος χωρίς κραυγή
Συνωστίζομαι άγνωστος μέσα σε άγνωστους μελαγχολικούς
Αν χάνοταν η γη, αν ο χρόνος σταματούσε
Ο ουρανός αν παλιννοστούσε σε πεδιάδες άφαντες
Νεφέλωμα του κενού αν σκέπαζε την επαγρύπνηση
Κι αν έπειτα πλανιότανε σιωπή
Και λύγιζαν ακόμα κι οι ρωγμές, η θλίψη, η πενία και η ανοχή
Οι λέξεις, η πόλη οι άνθρωποι θα ήσαν ακόμη άγνωστοι
Κι αν ξαφνικά μες τη σιγή
Το αίμα, το δάκρυ κι η ταραχή γίνοταν ποτάμι τρανό
Που θα σβήνε το άμεμπτο φως
Κι αρκούσε μια μοναχά στιγμή για να παραδοθώ στης μοίρας τη χλεύη
Αν έπρεπε να περπατήσω πάνω σε γυαλιά
Γυμνός σε έρημο σπαρμένη με καρφιά
Θα το κάνα για να σε ακούσω μια στιγμή να ανασαίνεις...να μάθω πως ζω...
Πληθαίνουν οι φωνές
Τα σύνορα άνοιξαν ...
Μιαν άλλη χώρα κοιτάζω
Μαρία Ζωή
[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]
|