|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Ο Τσίκο ο μαύρος πειρατής από το Τζιμπουτί, φόρεσε το χρυσό μανδύα, Γιατί από όλους τους Θεούς μες το κουτί, πίστευε μοναχά τον άτρωτο το Δία
Μεσάνυχτα στα βιαστικά, τον κλείσανε μέσα στο κελί τριάντα τρία, Πίστεψαν πως έτσι πράττοντας γλιτώνανε τη θεία τιμωρία
Μες το μανδύα βασίλευε στο σκοτεινό κελί του, κι όλο μονολογούσε, Λουσμένος στον ιδρώτα του ο καψερός μόνο τη μάνα του ζητούσε
-Μάνα στο δρόμο θα βγω να παίξω με τα άλλα τα παιδιά, Όταν με θες βάλε φωνή, κι εγώ σε σε θα τρέξω...
Η μάνα του τον φίλησε και του σφίξε στο χέρι, Στερνό δώρο της μοναξιάς, ένα κοφτερό μαχαίρι
-Μην τον φωνάζεις άστονε τον έχεις χάσει χρόνια, Όταν του ζήτησες παρά, κάτω από τα λευκά σεντόνια
Ένα της δάκρυ δεν κύλησε, είναι σκληρή η πέτσα, Που την κρατάει μακριά, και διώχνει τον εαυτό της...
Το ξέρε ο δόλιος από καιρό πως δεν θα ζήγε αιώνια, Γι’ αυτό δεν φόρεσε πότε του κόσμου τ’ άσπρα πανταλόνια
Ε! Τσίκο… φίλε μου μην κλαις, Ησύχασε, κοιμήσου... Οι σύντροφοί σου έμειναν Να τραγουδούν μαζί σου Τη μάνα σου την φέρανε στο διπλανό παλάτι Και τώρα το μαχαίρι σου ... ρίξε της το μες στο μάτι...
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |