Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

Καραβοκύρηδες τρελοί της ξενιτιάς καμάρια,

Που ξενυχτάτε σε ωκεανούς χαμένους απ’ το χάρτη

Μια μάνα αφήσατε στερνή την κρύψατε στα αμπάρια

Βουβά πανιά σηκώσατε καταμεσής του Μάρτη

 

Αναρωτιέσαι λύκε μου κι εσύ παλιό καβαλάρη

Τι είναι της ζωής το πέταλο, ποια τύχη τάζει πάλι

Στο Μέχικο ρωτούσατε πουτάνες για ένα ζάρι

Που τάχα το ρίξε με μιας της μοίρας σας το χάλι

 

Αναρχικοί μες στην ψυχή εσείς οι αρματωμένοι

Με νύχια και με σίδερα που ντύνουν τους καημούς

Ποιος θα σας βάλλει στο χορό που ‘στε απογοητευμένοι

Μια νύχτα ψόφια που ανάσταση δεν δίνει στους λεπρούς

 

Χρυσά ρολόγια κι αν φορούν της κοινωνίας τα κάλλη

Εμείς ‘δώ μέσα στο νου καλούμε τον εχθρό μας

Με το στιλέτο που κρατώ στο χέρι για κουτάλι

Κερνώ την πίκρα τη χολή στο στόμα του Χριστού μας

 

Απ’ το Αργοστόλι στο Σουέζ δυο μήνες θα ναι πάνε

Το μούτσο που σκίζε νερό και αλάτι έχω ξεχάσει

Τι ναι αυτό δεν το θαρρώ ,τα αδέρφια μου ρωτάνε

Αν μάνα έχω ή στεναγμό πίσω να με αγκαλιάσει

 

Μια Κυριακή στο υπόσχομαι θα έρθω να σε ζητήσω

Το χώμα που με γέννησε στερνά να ανταμώσω

Μην κλάψεις φίλε κι εσύ αϊτέ θα σε κακοκαρδίσω

Στο χώμα μέσα εκεί ψηλά ... το κλάμα μου θα σβήσω.

 

Ειν’ της φυλής μου το χτικιό στο θάνατο να ορμήσω

Κι από το πηχτό το αίμα μου τη δίψα μου να σβήσω

Μες στο μικρό τσεπάκι μου χωράνε όσα ποτέ δεν ζήσω

Κι αν κάποιος τα χει σε διωγμό, δίκιο δεν θα ζητήσω

 

Ωωωω! Πονάει το χέρι το αριστερό , το σίδερο κρατάω

Και μ’ ένα σφίξιμο πνιχτό... το στήθος μου τρυπάω.

 

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic