Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

Ο κόσμος θέλει να ξέρει ποιος είμαι.

Πέφτει χιόνι στην πόλη. Στην Αθήνα έχει πάψει από χρόνια να χιονίζει κι όμως απόψε…Τα άκρα μου μουδιάσαν.

Δεν τους νοιάζει ποιος είμαι αρκεί να είμαι κάποιος.

Μπορεί στα αληθινά να είμαι ο κανένας.

Μια πόρνη στο δρόμο με ρωτάει: «ε, κύριος, ψάχνεις για συντροφιά;»

Ψάχνω για συντροφιά; Για τι αλήθεια ψάχνω; Ποιος είμαι;

Μπορεί να είμαι απλά κάποιος...αυτός που ο κόσμος θα θέλει να βλέπει κι ας μην είμαι αυτός. Μπορεί να μην θέλουν να με βλέπουν αν είμαι αυτός. Μπορεί στα αληθινά να είμαι ο κανένας.

Τα κόκκινα φώτα της πινακίδας αναβοσβήνουν πάνω από το κεφάλι μου. Μέσα στο θέατρο το έργο έχει ξεκινήσει από ώρα. Ψάχνω τις άδειες τσέπες μου για να κόψω εισιτήριο.

Μια πελώρια σκηνή αδειανή από πράγματα και ανθρώπους γεμίζει με φωνές και μορφές που σκυμμένες υποκρίνονται πως είναι κάποιοι. Είναι εύκολο να παίρνεις τη ζωή κάποιου άλλου. Να είσαι κάποιος άλλος πάνω στη σκηνή.

Μια όπερα παρακολουθώ και είναι τραγική η εξέλιξή της. Γίνεται οπερέτα και κορυφώνεται με μια δολοφονία. Αδελφός από χέρι αδελφού κι εγώ από τη θέση μου τους απλώνω το χέρι. Ίσως έτσι να τους αλαφρώσω από το βαρύ φορτίο τους...την υποκρισία.

Τα φώτα ανάβουν κι οι θεατές χειροκροτούν νυσταγμένα, ενθουσιασμένα. Μια παράσταση η ζωή τους όλη. Μ’ ένα τέλος τραγικό. Μια κατάληξη. Όλοι τους καταδικασμένοι σε θάνατο κι όμως νοιώθω πως όλοι τους έχουν μια στάση αρνητική απέναντι σ’ αυτή την αλήθεια: δεν θα συμβεί σ’ αυτούς. Έτσι τους έκαναν να πιστέψουν.

Η αυλαία πέφτει. Καιρός να βγω από το θέατρο ή την όπερα δεν ξέρω. Ποτέ δεν συμπάθησα την όπερα. Δεν ήταν για μένα οι τέχνες. Δεν τις καταλάβαινα. Δεν με καταλάβαιναν κι αυτές.

- Τι πραγματικά μπορείς να δεις σε μένα; Ποιος σου έδωσε το κλειδί για να μπεις; Τι ζητάς και τι σε τραβάει; Γιατί διαλέγεις εμένα;

Έπαψα από καιρό να πιστεύω. Η θάλασσα είναι η μόνη αλήθεια που μπορώ να εμπιστευτώ. Τη θάλασσα τη βλέπεις, τη μυρίζεις, τη νοιώθεις, την ακούς, την γεύεσαι. Η θάλασσα είναι πραγματική. Η αγάπη όχι. Πως θα μπορούσε να είναι; Και γιατί να είναι; Η αγάπη πουλιέται κι είναι ακριβή να τη βρεις. Την έκαναν προϊόν να φοβάσαι να αγοράσεις. Δεν θέλω.

- Κι όμως ένοιωσα πως προσπάθησες να με αγγίξεις...χαμηλά. Έψαχνες για τις πόρτες που δεν χρειάζεται κλειδί για να μπεις. Μόνο η θέληση για να δεις πως σε κάθε σπίτι υπάρχει ένα υπόγειο. Εκεί μέσα στοιβάζεται το παρελθόν ή το μέλλον. Δεν ξέρω πια. Τι να ξέρω. Κι απ’ τη σοφίτα δεν μπορείς να ονειρευτείς. Το μέλλον δεν με νοιάζει. Το παρελθόν πέρασε κι αυτό δεν με πληγώνει.

- Το υπόγειό μου είναι που ψάχνεις ή τη σοφίτα μου; Ή αυτό θα ήθελα να ψάξεις; Πες μου.

Άφησα ένα γράμμα πίσω μου. Τώρα στο δρόμο τράβηξα.

Περασμένα μεσάνυχτα. Στην Αθήνα χιονίζει. Περιπλανιέμαι στους δρόμους της. Είναι χειμώνας αλλά μου φαίνεται πως οι εποχές σταμάτησαν να διαδέχονται η μία την άλλη. Ο χρόνος σταμάτησε. Ίσως και να μην υπήρξε ποτέ ε; Ίσως να είναι ένα καλοστημένο ψέμα.

Στη θάλασσα δεν έχει σημασία ο χρόνος. Μα και τη θάλασσα την άφησα κι ας ένοιωθα μέσα της μόνο παιδί της. Ο γιος της θάλασσας.

Πως μπορώ να ζήσω στη στεριά αν είμαι ένα ψάρι;

Μεσάνυχτα στην πόλη της ανωνυμίας. Ο κόσμος με σκουντά και με κοιτά σουρωμένος. Σκύβω μέσα στο παλτό μου. Δεν μπορώ τα βλέμματά τους. Με αγχώνουν.

- Το γράμμα το έστειλα σε σένα. Ελπίζω να το διαβάσεις.

Ο κόσμος απλά θέλει να ξέρει ποιος είμαι.

Ο κόσμος πρέπει να ξέρει ποιος είμαι.

Τελικά νομίζω πως δεν του καίγεται καρφί.

Είμαι ένας ναυαγός. Αυτό είμαι.

 

 

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic