|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Μεσάνυχτα Φλεβάρη. Νύχτα υγρή που τσακίζει τα κόκαλα, το δρόμο ξεθωριάζει. Δεν βλέπω μπροστά μου, μέσα στη γκρι καπαρντίνα μου είμαι κρυμμένος. Στις σκιές πνιγμένος. Μεσάνυχτα Φλεβάρη, μια νύχτα βροχερή το πρόσωπό μου χαστουκίζει. Την οδός Πανόρμου ανεβαίνω. Την κατεβαίνω. Δεν ξέρω. Δεν με νοιάζει. Πρόσωπα κουρδισμένα, χλωμά, μου κάνουν γκριμάτσες και με προσπερνούν αδιάφορα βιαστικά. Δυο γυναίκες με κοιτούν και γελούν. Ψιθυρίζουν δυνατά να τις ακούσω: «loοser», λένε. Δεν ντρέπομαι πια κι ας νομίζουν πως άφησα τα τερτίπια. Άδειες μάσκες στην οδό Πανόρμου προσποιούνται άγνοια και με αηδιάζουν. Κρύες νύχτες σαν κι αυτή τα βαπόρια μου θυμίζουν. Τότε που ανοίχτηκα για τα καλά γυρεύοντας ένα ανέπαφο αύριο. Σαπίσανε τα όνειρα μέσα στις κονσέρβες κι όλοι αυτοί οι σύντροφοι μείνανε πίσω, στον σιδερένιο τάφο τους ανακουφισμένοι. Δεν τους άντεξα. Είπα να γυρίσω στο Πέραμα, μα η οδός Πανόρμου με αιχμαλωτίζει. Μια γυναίκα κάποτε σ’ ένα λιμάνι μου κέρασε ηδονή και μου έταξε αγάπη μα ζητούσε αφορμή μια δική μου κατάθεση ζωής. Δεν την αγάπησα ποτέ. Είμαι από αυτούς που δεν μπορούν να αγαπήσουν. Κι έτσι την παράτησα. Μάνα δεν είχα κι αδερφό. Ένα πατέρα μόνο κι αυτόν ορφανό. Τι περισσότερο να του ζητήσω κι αυτός να μου δώσει από αυτά που δεν είχε. Τον κουβαλούσα μαζί μου στην ξενιτιά και με ένα μάτι όλο υπομονή, χωρίς βοή κοιτούσε το πέλαγο. Στη θάλασσα πέταξα το κουφάρι του σαν πέθανε. Μεσάνυχτα στην οδό Πανόρμου ανεβαίνω. Κατεβαίνω. Τι σόι ταξίδι στα χαμένα; για ποιον; γιατί; γιατί σταυρώθηκες Χριστέ; δεν σε θυμάμαι πια. Κι εσύ το ίδιο κάνεις. Καλά κάνεις. Ο κόσμος πάγωσε στα μάτια μου. Δεν τους κοιτάζω. Μάλλον δεν βλέπω. Τι να δω; είμαι άρρωστος γι ‘αυτούς μα εγώ ξέρω πως δεν είμαι σαν αυτούς. Από αλλού έρχομαι. Πως ξέπεσα στον κόσμο σου; πόσο βαριά είναι η ψυχή που κουβαλώ για την ήσυχη ζωή σου; κοιμήσου. Δεν θέλω να σε ξυπνήσω, μόνο λίγα βήματα ακόμα να κάνω στα σκοτεινά πεζοδρόμια. Στα περίπτερα πουλούν τον θάνατο. Τον κρεμάσαν στα παγκάκια. Κυκλοφορεί στις πλατείες ντυμένος με λευκό κουστούμι. Τον δοκίμασα μα προτιμώ ένα άλλο θάνατο. Πιο μαγικό. Πιο αληθινό. Πιο έξω από τον κόσμο σας. Από κει που έρχομαι το θάνατο δεν τον γνωρίζουν. Μου φορτώσαν το εγώ μου κι εγώ παλεύω να το ξεφορτωθώ. Να γυρίσω πίσω. Να λυτρωθώ. Το θάνατο ζητώ. Μια χώρα έπλασα στο χάρτη του μυαλού μου τώρα δα. Τη χώρα του πραγματικού. Μια χώρα χωρίς με. Με ανθρώπους, με αγάπη, με ζωντανές εικόνες. Με γυναίκες, με πουτάνες, με σκλάβους και με ενοχές. Με αυταπάτες, με φόβους, με αρρώστιες και με πομπές. Με γιορτές, με ξενύχτια, με παιδιά και με υποσχέσεις. Με αλήθειες, με παραμύθια, με ιστορία και με ροπές. Με χρόνο, με ρολόγια, με ώρες και με μνήμες βασανιστικές. Από τη χώρα του χωρίς με…σου τραγουδώ. Εδώ κυβερνάω εγώ και μην βιαστείς να έρθεις να με βρεις…στη χώρα των χωρίς με. Στη χώρα του απαλλαγμένου εγώ.
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |