Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

Δεν μπορώ να μαθαίνω αυτά που ήδη γνωρίζω…κατεβαίνω.

Στις πύλες του Άδη στέκομαι, απ’ τα ποτάμια βρέχομαι, δεν ντρέπομαι.

Όταν τα δέντρα γέρνουν προς τη γη, μια επιθυμία αστράφτει σαν γυαλί.

Πόσο πιο βαθιά κόβει τη ζωή η πιο σοφή από τις μοίρες… η οργή.

Κορμιά λικνίζονται και η μυρωδιά του δέρματος εξατμίζεται…στη στιγμή.

Λέξεις και φθόγγοι, χαμένα φωνήεντα που συλλαβίζονται, στον Άδη βυθίζονται.

Μένος και φθόνοι χαρίζονται σε μια αστραπή, στην Πύλη των Αθανάτων στήνεται γιορτή.

Οι μέρες φεύγουν, τα βουνά σαπίζουν, τα νερά καπνίζουν, τα σίδερα λυγίζουν.

Ο χρόνος που χάνεται δεν πιάνεται, τα ατίθασα μαλλιά τους χτενίζουν οι γιοι της Κίρκης.

Τα πέλαγα ξαναμμένα, και τα μυαλά κομμένα, τους ζωντανούς ανάστησαν στις θάλασσες της φρίκης.

Ω! αξιοθαύμαστο πηνίο ηλεκτρισμένο μισό φορτίο, μισό χαμένο στο σταυροδρόμι, το άλλο μισό κάπου εκεί στο φαγωπότι.

Πεινάς φίλε μου και συ ξεμαλλιασμένε σκύλε μου δαγκώνεις τα κόκαλα που σε ταίσαν χώμα.

Δάχτυλα κιτρινισμένα απ’ την φωτιά απανθρακωμένα δείχνουν τη Μέκκα της σοφίας, της ξεχασμένης σε αδειανά βιβλία, που δεν γραφτήκαν μόνο στο συλλογισμό σβηστήκαν.

Μια στάλα αίμα κύκλους γράφει, στο μέτωπο σφραγίζει την ύπαρξή της κι ύστερα γίνεται νερό και στα ποτάμια αφήνεται και χύνεται.

Βουνά και όρνια περιμένουν έξω απ’ τις πύλες που περισσεύουν τα περιττώματα κι η πομπή…προς μια πορεία όλο βορά, αυτά τα όρνια βαριανασαίνουν μα όταν πεινάσουν νεκρανασταίνουν τη σιωπή…κι αρχίζει η μάχη η στερνή.

Για αυτά τα κόκαλα που σας χαρίζω…ασβέστη κι άνθρακα που αρμενίζω, στη νυχτιά τα ρούχα μου ξεσκονίζω…δεν τα προβάρω, μόνο την αίσθηση της γύμνιας μοντάρω με χρώματα και στέφανα και αρώματα και αν πέθαινα κάποια φορά, καμιά διαφορά, ίσως μονάχα η ξενιτιά κι η ζωγραφιά πάνω στο λάδι στο μουσαμά…μια αγκαλιά μικρά παιδιά…που μου χαμογελούν, σαν με αναγνωρίζουν με χαιρετούν κι απ’ ό,τι από πριν τους έχουν τάξει τώρα με τάξη και ανεμελιά εκεί απάνω στα χωρατά τον ταύρο δαμάζουν, τον αποδοκιμάζουν, με κοφτερά σπαθιά τον σουβλίζουν, περιφρονώντάς τον τον ναρκώνουν και στη Νιρβάνα τον ματώνουν…τον νεκρώνουν.

 

Είδα μια μέρα εκεί στο χάρτη μια μάνα που κλαιγε για τα παιδιά της, όχι για τον αέρα που σπαταλούσαν μα για τη γη που οι γιοι της πατούσαν με πόδια στεγνά και αρρωστημένα και με μυαλά στενά και επιτηδευμένα.

Μην κλαις μανούλα, τι είναι πιο νόστιμο να φαγωθεί απ’ τα πουλιά παρά μονάχα η… λευτεριά;

 

Κομμάτια σκόρπια της Μοίρας πιόνια, στον Άδη ελάτε…όλοι χωράτε.

Μια Δευτέρα μπορεί και βράδυ όταν ο ήλιος καταλαγιάσει, τον τρόμο σας μας κερνάτε…

Κι αν νοσταλγείτε, προσευχηθείτε

Κι αν σας πονάει, μην ξεχαστείτε

Μόνο απ’ τη μάσκα σας τη σάρκα σας δείτε και λογιστείτε πως…

Ένθα  στον Άδη, το βασιλιά τον λένε τέλμα και λησμονιά…

 

Πέτρες σπάζω, τις θρυμματίζω, τη σούπα που βράζεται με αυτά στολίζω…σας τη σερβίρω και σας ταίζω…

Μάτια θολά, απόμακρα, διστακτικά κοιτάζουν το άδειο και βλέπουν το άγιο και το σεμνό που είναι η κόλα στον πυρετό.

Γραφές και ύμνοι και μουσική, που είστε εσείς οι Δημιουργοί, που τριγυρνάτε; στον πόλεμο ελάτε…

Η γη γυρίζει το ίδιο και η γη…η γη ανθίζει σ’ αυτή τη γη…το δάσος φυτρώνει μαραίνεται η γη…η γη παγώνει, τσαλάκωσε η γη.

Στη γη απάνω τη γη φωνάζω, μητέρα κράζω …τη γη φωνάζω…που είναι, ζει;

Γιατί στη γη…κι όχι εκεί στον ουρανό…στον ουρανό παρά στη γη θα βρω το μάταιο το λυτρωμό…

Τη γη κοιτάζω…τη γη προστάζω…μα όχι τη γη…γιατί στη γη;

Στον Άδη τάζω…μια άλλη γη…τη γη που ο Θεός τη βάφτισε…γη.

 

Σε άλλη γη…θα ειδωθούμε…κρασί ποτέ μας δεν θα ξαναπιούμε…δεν θα ‘μαστε στόμα…ούτε κορμί…μονάχα σκόνη κι αυτή λειψή…

Μα θα ‘μαστε ένα…αδέλφια και γιοι…με μια μητέρα…μπορεί τη γη…

 

Τη γη κοιτάζω…μιαν άλλη γη…

Τη γη κοιτάζω…την ίδια γη…

Τη γη φωνάζω…

Τη γη…!

Τη γη…!

            

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic