Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική

Από ένα σκαλοπάτι οι χαρές ξεδιπλώνονται χορευτικά, χρωματιστά φουστάνια και χαμόγελα σκορπίζουν τη μουσική που οι θεοί συνέθεσαν και τα παιδιά ανέλαβαν να την σκορπίσουν στην πλάση μ’ ένα τραγούδι.

 

Ήρεμη απαλή μουσική διαδέχεται τους διθυράμβους και την ένταση που μια λαχτάρα για ζωή εξαπόλυσε στους δρόμους της σιωπηλής υπόσχεσης πως μαζί ζωή και χαρά θα περπατήσουν στα άδεια σοκάκια.

 

Το φεγγάρι ξεμύτισε δειλά απ’ την κρυμμένη στα όνειρα παλέτα που τα νιάτα έπλασαν κάποια βράδια υγρά και μοναχικά, μια απαλή μελωδία σεβασμού που σιγομουρμουρίζει ένα γλυκό ρυθμό για μια ομορφιά ξεχασμένη, μια Πριμαντόνα που ζει στα ξένα κι όλο με καλεί.

 

Ψάχνω αλλά δεν βρίσκω την Πριμαντόνα μου και τα μάτια μου είναι βαριά σαν τα πέταλα των λουλουδιών που λυγίζουν στην απουσία του ήλιου, θαρρείς κοιμούνται ή κουράζονται αλλά ο ήλιος ξέρει πως διστάζουν αλλά υπομένουν το πάρκο να φωτιστεί ξανά ... την ημέρα.

 

Μικρό παιδί με μια σοκολάτα στα χέρια και μικρά παντελόνια, τα μαλλιά πέφτουν μέσα στα μάτια και το βλέμμα προβληματισμένο για πολλούς χαζό μα η αφέλεια κρύβει πάντα μια ιδιόχειρη σκέψη κλειστή.

 

Τι γεύση αφήνει στη γλώσσα η σοκολάτα, μαύρη γλυκιά γεμάτη γεύση γλύφει τα δόντια και ενώνεται με το σάλιο και χαϊδεύει τον ουρανίσκο, επιτίθεται στη γλώσσα και την κατακτά. Φωτιά καταπίνω μ’ ένα μπαστούνι διώχνω τα εχθρικά βλέμματα και γεμίζω δύναμη.

 

Αυτοκίνητα προσπερνούν, κινούνται διαρκώς προς μια κατεύθυνση με άγνωστη διεύθυνση αναζητώντας τις νότες της μουσικής που δεν ακούν τα αυτιά κι ας χειροκροτούν. Σ’ ένα στενό στέκομαι και χτυπώ τα τύμπανα και τα μάτια μου πεταρίζουν γι’ αυτά που βλέπουν κι αυτοί αγνοούν.

 

Πλησιάζει η ώρα κι η κυρία θα έρθει στο σπίτι να μας κάνει επίσκεψη. Το κουδούνι χτυπάει. «καλωσορίσατε κυρία στο σπιτικό μας». Κάτω από το βελούδινο καπέλο της δυο μάτια λαμπυρίζουν, πόση επιθυμία κρύβουν.

 

Πιτσιρίκι με γυμνά πόδια και δυο κάλτσες μακριές, μαλλιά ανακατωμένα και μάτια φωτιά, το βάζει στα πόδια, τρέχει όσο ο άνεμος το παραβγαίνει και τον άνεμο κυνηγά, τα πόδια ελαφριά κι η καρδιά μαζί σκυφτή μα το ίδιο ανεμοδαρμένη, ονειροπαρμένη, «που είναι η ματαιοδοξία σου θεέ;»

 

Σαν αλέγκρο άλογο αφηνιασμένο, φιλοπόλεμο μου φιλά τα χέρια και τα μάτια μου παγώνουν. Το βέλο πέφτει, κατακόκκινα χείλη, τα βέλη που με σταυρώνουν, το παιδικό όνειρο της ευτυχίας σε μια νότα πιο υψηλή τώρα γίνεται δαδί στο χέρι ενός παιδιού πλασμένου για δόξα.

 

Κέντησαν στον ουρανό τις κλωστές της αλμύρας, μια θάλασσα που πνίγεται από τη στεριά και εξαπλώνεται και κατατρώγει τη σάρκα της ζητώντας ένα φιλί παρθενικό από μια ώρα διαφορετική...την ονόμασα συναυλία μα το θέατρο δεν το γέμισα ψυχές αλλά μάτια...θαρρείς την πύλη στον Άδη άγγιξα.

 

Ένας κύκνος αιμορραγεί στης χιονισμένης λίμνης τα πέτρινα ιστία. Εγώ είμαι ο ιππότης που ανέβηκε στο πλοίο της δύναμης και άνοιξε τα πανιά, το λιμάνι της Πριμαντόνας μου ζητούσα. Μια μάνα γέννησε το μεδούλι που τρέχει στα κόκαλα μου αλλά μια μάγισσα ζητάει να το γευτεί...στο τέλος μόνο όσο μεδούλι γλιτώσει θα ρίξουν στη θάλασσα για το ναυτικό που δεν γύρισε.

 

Οι στήλες του ναού που σου έχτισα από μάρμαρο δουλεμένο στο χέρι, στο απλώνω για να σε ανεβάσω, την πόρτα σου ανοίγω, μόνο στη σκέψη δακρύζω, μια καλημέρα στην ώρα που σε φέρνει και η πιο γλυκιά μελωδία είναι το τραγούδι που απ’ το βιολί μου παίζω, χαμόγελα παιδιού οι φίλοι που σε καλωσορίζουν κι ένα χαλί στρωμένο παχύ, βαθύ κόκκινο, τρυφερή μου ελαφίνα, ζεστή μου αναπνοή, αληθινή μου Πριμαντόνα, αστείρευτο μου δάκρυ, φεγγάρι μου λαμπερό, εσύ ουρανέ και ήλιε και γη, εσύ χρόνε μου και θεέ μου εσύ, έλα και κάθισε στο θρόνο που από μικρό παιδί σου έχτισα...ξημερώνει Κυριακή...

 

δεν ψάχνω...ποτέ δεν έψαξα...σε βρήκα...

            

[ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ]

 

Το περιεχόμενο της τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία
και η μερική ή ολική αναπαραγωγή του απαγορεύεται χωρίς την άδεια του δημιουργού


Copyright © Chris Kyriakopoulos 1988 - 2005 :: Designed & Hosted by Web Dynamic