|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
|
Ραντίσαμε με ράθυμες προσευχές τα όνειρά μας. Τα παρατήσαμε. Στο βάλτο τα βυθίσαμε και … λάσπωσαν.
Ανοίξαμε ένα λάκκο με τα χέρια, χτίσαμε εκεί μνημείο για τη χαμένη γη, μα δε λυγίσαμε. Μας ξέχασαν.
Κινήσαμε να βρούμε άλλη πατρίδα, Και φτάσαμε απόμακρα πολύ και νοσταλγήσαμε, Στη χαμένη γη έσβησαν τα αστέρια.
Πάνω σε πέτρες περπατήσαμε, κοιτούσαμε τον ήλιο, Τον ήλιο κοιτούσαμε και τον ρωτούσαμε: «σε ποια στιγμή;».
Ήταν παγωμένη η αναπνοή, κοκάλα τσάκιζε η οργή, μα γρήγορα ξεχνούσαμε, Απ` τη χαμένη γη δεν τραγουδούσαμε, μόνο τον ήλιο ρωτούσαμε: «σε ποια γιορτή;».
Ήρθανε άγγελοι από τους τάφους, στόλισαν μύρα και ρόδα τη σιωπή, Μας κοιτούσανε, μα μες τα μάτια τους αντίκριζες πικρή χολή… «ειν του Θεού απεσταλμένοι;».
Βγάλαμε τα παιδιά μας στη βροχή, να τα πλύνουμε από την αμαρτία με τα νύχια, να φύγει η ντροπή. Ο ουρανός χλωμός, παρατημένος, αγριοκοίταξε τα κορμιά που παραδίδαμε στη φυλακή.
Έσκυψε πάνω απ` τα κεφάλια μας και φώναξε: «που είναι η γη;». Τότε ένα κορίτσι που δεν το πλύναμε, άπλωσε το χέρι και τον τράβηξε πέρα να του δείξει το κλεμμένο αστέρι. Το κουβαλούσε απ` τη χαμένη γη, απ` τη γη που είχε ξεχαστεί κρατούσε το σβησμένο αστέρι…ειν φυλακτό!
Έμεινε η φύση χωρίς λαλιά, δάκρυσε η βροχή, επήλθε κρίση. Κι ο ουρανός ψηλός, ακόμη μαγεμένος μα δυνατός, της χάιδεψε το χέρι που κρατούσε το αστέρι και … της πήρε την αναπνοή.
«στη φυλακή». Είναι κλοπή να πολεμάς τη λήθη και να της παίρνεις την ψυχή. «που είναι η δύναμη σου ουρανέ;». Τον φτύσαμε.
Φορέσαμε όλοι μια προβιά, ρίξαμε λάβα, βάλαμε φωτιά και ξεκινήσαμε, στη χαμένη γη, γυρίσαμε, μπρος στης πόρτας το άνοιγμα σταθήκαμε. Δεν την ανοίξαμε. Δίστασε η υπακοή. Κάτω απ` τα έλατα καθίσαμε, έξω απ` την πόρτα, στη χαμένη γη.
Και περιμέναμε…
Ο ύμνος χώθηκε στις χορδές της μελωδίας και συντρόφεψε την υπομονή. Τον τραγουδήσαμε. Έξω απ` την πόρτα στη χαμένη γη…υπομονή. Πίσω απ` την πόρτα, εκειδά στη χαμένη γη…μένει η ζωή.
Και εμείς φωνάξαμε: «επέτρεψε μας». Μα η στιγμή δεν συγκινήθηκε, ο κλειδοκράτορας το αρνήθηκε, αποκοιμήθηκε. «σε ποια φυλακή;».
Στη φαντασία αναζήτησες την απουσία, Στη βροχή δεν ξαναρώτησες «ποιος είσαι εσύ;», Γιατί είχα μια απόκριση μόνο: «Σε ανταμώνω». «είμαι η ηδονή».
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |