|
Βιογραφικό | Συλλογές | Ερμητική | Νεότευκτα | Επικοινωνία | Κεντρική |
Μέρος Α
Εσύ κι εγώ μοιάζουμε πολύ…
Πόσες φορές ξύπνησες περιμένοντας τη βροχή; Πόσες φορές έκατσες στο κρεβάτι με τα χέρια σταυρωμένα περιμένοντας τον κεραυνό; Πόσες ιστορίες σ’ έκαναν να γελάσεις; Για πόσα λάθη ζήτησες συγνώμη, απολογήθηκες, γέμισες ενοχές; Πόσες φορές το φεγγάρι συντρόφεψε το πνιχτό σου κλάμα για κάθε απόρριψη που σου επέβαλλαν;
Τους άκουσα να λένε πως εσύ κι εγώ μοιάζουμε πολύ. Μας έφτιαξε η λάσπη και το δάκρυ και λίγο πριν την αυγή μας ένωσε μια ευχή. Πόσες φορές δεν ευχήθηκες να βγει η ευχή σου αληθινή;
Σ’ ακούω να μιλάς για ήρωες και καράβια πνιγμένα. Για τη χαρά που ψεύτικα βούτηξα τη ζωή μου στο μέλι της. Κι είναι γλυκό το ψέμα της… Αλήθεια έψαξα για σκοινί να κρεμάσω τις ελπίδες μου.
Πες μου όμως… Πόσες φορές σκέφτηκες πως εγώ κι εσύ μοιάζουμε πολύ…κι εγώ φοβήθηκα να σε ερωτευτώ;
Δεν το αρνήθηκα ποτέ… Γιατί δεν με ρώτησες…; Δεν σου αρνήθηκα ποτέ…
[22-6-99]
Το ξέρω πως σε πλήγωσα με τη θέληση μου να γίνω ο άντρας που πάντα ήθελες. Ήταν και για μένα δύσκολο να παλέψω με τους χάρτες για να χτίσω τα σύνορα που είχες σχεδιάσει. Τα κατάφερα να περπατήσω την πόλη που είχε σημαία τα μαλλιά σου. Δεν ξέχασα τι μ` έφερε εδώ. Όχι! Όχι η φυγή. Δεν ήταν το φως του ήλιου. Τον έκαψα τον ήλιο και πάλεψα στο σκοτάδι. Εχθρός έγινα με τους ανθρώπους. Τους βασάνισα και βασανίστηκα. Μπορούσα να διαλέξω τον εύκολο δρόμο για να σε φτάσω. Ήθελα όμως να γίνω δυνατός. Να σε κερδίσω στη μάχη. Αναρωτήθηκες ποτέ πως είναι να ζω χωρίς εσένα; Αλλά όχι δεν είναι η ζωή που είναι μισή. Δεν είναι ο χρόνος που κράτησε λίγο. Είναι ο αέρας που έσπειρε τη μοναξιά και μια τούφα απ’ τις χορδές της νιότης μου. Το ξέρω πως έφτασε η ώρα να πληρώσω. Δεν το αρνήθηκα ποτέ. Δεν θα κρυφτώ. Δεν θα το βάλλω στα πόδια. Όχι τώρα.
Ας με τρυπήσουν οι σφαίρες, φτάνει μόνο να σαι εκεί δίπλα μου να μου κλείσεις τα μάτια εσύ. Κι αν ποτέ ρωτήσεις «γιατί» τους κριτές που σου όπλισαν το χέρι, θα σου πουν μοναχά αυτό: μια ζωή χαμένη καιρό ζητούσα απ την ανάγκη να σε φέρει…
Δεν το αρνήθηκα ποτέ…. Γιατί δεν με αναζήτησες; Δεν σε αρνήθηκα ποτέ…
[23-6-99] Μέρος Γ
Γι ` αυτά που είδα μπορώ να μιλήσω μοναχά. Όχι ! Όχι για τη φωτιά. Τα ξεχασμένα κορμιά που γέμισαν χάρτινους τάφους. Για τα σπασμένα σπαθιά που έντυσαν τα διψασμένα χέρια. Εμένα είχαν αρχηγό. Με τεντωμένο τόξο γκρέμισα τα τείχη. Μια μάχη σκληρή κι άνιση. Κι είδα τους φίλους να με προδίδουν. Κι άκουσα τους εχθρούς να γελούν με λύσσα. Πόσο φτηνοί ! Με σιδερένια θέληση τους κρέμασα τις σάρκες. Έπειτα τους έθαψα βαθιά να μην τους ξαναδώ. Μ` έστεψαν νικητή. Μου έφτιαξαν τραγούδια και μου στήσανε χορό. Ήταν γιορτή και λυτρωμός για της ψυχής μου το μαρτύριο.
Δεν χόρτασα ποτέ το αίμα… Περίσσεψε η γεύση του στα χείλη. Σώθηκαν οι λέξεις στη μουδιασμένη γλώσσα. Κι εσύ ήσουν ακόμα μακριά… Νομίζεις πως δεν ξέρω πως κάθε φορά που σε πλησίαζα εσύ απομακρυνόσουν…; Έτσι με εκδικήθηκες…
Δεν το αρνήθηκα ποτέ. Σπασμένα τζάμια κι υποσχέσεις στόλισες το δρόμο μου. Δεν στον αρνήθηκα ποτέ….
[25-6-99]
Μέρος Δ
Τα πόδια μου πατούν τη λευκή σανίδα. Ακούω το τρίξιμο που σπάει τη σιωπή. Σ` ένα τοίχο έγραψες «η πραγματικότητα είναι μια ψευδαίσθηση». Ίσως το όνειρο να είναι η πραγματικότητα που ζω. Μα στο ίδιο όνειρο δεν είσαι επιβάτης. Έχεις χαθεί μακριά. Σκόνη έχεις γίνει. Αυτό το όνειρο σε γέννησε… Δεν το αρνήθηκα ποτέ.
Τόσα χρόνια κυνηγούσα μια σκιά. Γλιστρούσες και ξεδίπλωνες βουνά να ανεβώ. Έτσι πέτυχες το σκοπό σου : να σε ξεχάσουν οι άνθρωποι. Όχι εγώ! Δεν το αρνήθηκα ποτέ. Γιατί γύρεψες σε κείνους τη χαμένη σου πατρίδα; Ποια μάνα και ποια οικογένεια έκλαψε για σένα; Ποιο χώμα και σε ποια αγκαλιά θα γυρέψεις τώρα λιμάνι; Πες μου δεν κουράστηκες; για πόσο ακόμα θα αντέχεις πεισματικά;
Δεν το αρνήθηκα ποτέ… Τη μέρα που το όνειρο θα σε φέρει, γυμνή και ιδρωμένη, εκείνη τη μέρα που ποθώ από παιδί προσμένω να υψώσω τη σημαία. Τη μέρα που η ανάσταση θα χαριστεί στο πνεύμα. Τη μέρα που η επανάσταση που παλεύεις θα κυλιστεί στο αίμα. Και θα είμαι εκεί να σε κρατήσω. Δεν θα σε αρνηθώ ποτέ…
[27-6-99]
Μέρος Ε
Το φεγγάρι φάνηκε δειλά από το παράθυρό μου. Τα σύννεφα το στολίζουν… Με ματιά βαριά το κοιτάζω…
Τα μαλλιά σου ανεμίζουν στο βραδινό αέρα ανέμελα… Σε βλέπω να τραβάς την πομπή. Και θέλω να κλάψω… Θέλω να γελάσω… Να φωνάξω… «στάσου»… «γιατί ;».
Χάθηκε πολύς χρόνος και ταξίδεψαν μακριά τα πανιά που ανοίξαμε μαζί. Δεν τη βλέπω την στεριά. Δεν ακούω το θυμό… Έρχεσαι σαν τις θύμησες στο σκοτάδι που καρτερώ. Με κοιτάς και γελάς… Κρυμμένη χαρά ή αλήθεια … πονάς…;
Είμαι εδώ…στον ανοιχτό ουρανό…λίγο πριν το μετά… Και αντέχω ακόμη… Ναι! Ναι για τη ζωή που μου ανήκει…τη ζωή που δεν έζησα… Ναι! Ναι σου λεω για σένα ακόμη αντέχω…για τη ζωή που δεν έζησα μαζί σου…
Δεν το αρνήθηκα ποτέ… Πως σ` αυτή τη ζωή είχα ένα σκοπό… Να φιλήσω τα δυο σου χείλη κι ίσως ύστερα να χαθώ…
Τελικά … δεν θέλω να σε αρνηθώ…
Σε περιμένω κι απόψε…και πέφτει βροχή…
|
|
Το περιεχόμενο της
τοποθεσίας αποτελεί κατοχυρωμένη πνευματική δημιουργία |